Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Η αποθέωση της πολιτικής θρησκοληψίας…

Δ. Καζάκης: Η αποθέωση της πολιτικής θρησκοληψίας…


Του Δημήτρη Καζάκη


Η κ. Παπαρήγα δεν παύει να μας ξαφνιάζει, αν και έχουμε μάθει να περιμένουμε τα χειρότερα απ’ αυτήν και την ομάδα της. Το κόμμα του οποίου ηγείται σήμερα μπορεί να φέρει τα σύμβολα του πάλαι ποτέ κομμουνιστικού κινήματος, μιας και η εντεταλμένη αποστολή της είναι να τα ξεφτιλίσει στα μάτια της κοινωνίας ως εκεί που δεν παίρνει άλλο, αλλά στην πραγματικότητα δεν μπορεί να κρύψει ότι πρεσβεύει μια τυπική παραθρησκευτική οργάνωση της πολιτικής. Ιδού πώς αντιλαμβάνεται τις διαφωνίες από μέλη του κόμματός της:


«Η πιο ουσιαστική κριτική και βαθιά είναι όταν συμφωνείς με τη στρατηγική του Κόμματος. Γιατί τότε μπορείς να κρίνεις ουσιαστικά, όχι αυτός που διαφωνεί, αυτός που διαφωνεί δεν μπορεί να κρίνει γιατί κυριαρχεί η διαφωνία του. Κρίνει με βάση τη διαφωνία του. Αντίθετα, αυτός που συμφωνεί με τη στρατηγική, μπορεί να γίνει ο πιο σκληρός κριτής και του συγκεκριμένου καθοδηγητή και της ΚΕ. Γιατί έχει τη δυνατότητα και μπορεί να κρίνει αν ο καθοδηγητής στο κάτω κάτω τον καθοδηγεί και σωστά. Αυτός που διαφωνεί δεν μπορεί.»[1]

Μόνο όταν συμφωνείς μπορείς να ασκήσεις κριτική! Γιατί; Διότι η «στρατηγική του Κόμματος» (προσέξτε την θεολογική αποτύπωση της έννοιας του κόμματος με το «κ» κεφαλαίο) δεδομένη εκ θεού, μία και μόνη, έτοιμη εκ προοιμίου επιδέχεται μόνο εφαρμογή και όχι βεβαίως κριτική επί της ουσίας της. Επομένως η μόνη δυνατή κριτική που μπορεί να ασκηθεί είναι εκείνη που αποτρέπει την «κακή» εφαρμογή της στρατηγικής. Δεν επιτρέπεται ούτε καν να σκεφτεί κανείς το κατά πόσο μια «κακή» εφαρμογή της στρατηγικής δεν οφείλεται στην «κακή» καθοδήγηση, ή σε λάθη πρακτικής, αλλά στην ίδια την ουσία της στρατηγικής.

Έτσι η κ. Παπαρήγα διαγράφει με μια μονοκονδυλιά ολόκληρη την μακρόχρονη ιστορία επικών συζητήσεων και αντιπαραθέσεων που χαρακτήριζαν όλα τα κοινωνικά κινήματα και πρωτίστως αυτό του οποίου τα σύμβολα καπηλεύεται. Απευθύνεται βέβαια είτε σε βαθιά πορωμένα άτομα, είτε σε πανηλίθιους, που διακρίνονται πρωτίστως για την τυφλή τους πίστη και όχι για την γνώση, για την συνείδηση που κατακτάς με την θεωρία όταν την δοκιμάζεις ανελέητα στην πράξη έχοντας ξεκάθαρο ότι δεν οφείλεις κανενός είδους αφοσίωση και υποταγή σε κανέναν παρά μόνο στην αληθινή ζωή που δεν μπορεί να μπει σε καλούπια, ούτε μπορεί ποτέ να αποτυπωθεί με μια και μόνη στρατηγική, όσο ευφυής κι αν είναι. Εκτός βέβαια κι αν είναι θεολογικό δόγμα.

Δυστυχώς, τόσο η κ. Παπαρήγα, όσο και οι οπαδοί της δεν είναι καν σε θέση να γνωρίζουν ότι η στρατηγική ενός κινήματος και πρωτίστως ενός κινήματος που υπόσχεται να ανατρέψει τα πάντα εκ βάθρων, είναι και οφείλει να είναι προνομιακό πεδίο ανοιχτής ζύμωσης όπου οι διαφωνίες και οι αναμετρήσεις είναι αναγκαστικά στην ημερήσια διάταξη. Πώς αλλιώς μπορεί η στρατηγική να προσαρμόζεται στην πραγματική ζωή και στις αληθινές συνθήκες των κοινωνικών αγώνων και της ταξικής πάλης; Μήπως με φετβά και όρντινα της εκάστοτε ηγεσίας;

Η κ. Παπαρήγα έχει μετατρέψει την «στρατηγική του κόμματος» σε ένα θεολογικό δόγμα, σε θεωρία αποκάλυψης της μίας και μοναδικής αλήθειας κατά τας Γραφάς των οποίων η ερμηνεία ανήκει πάντα και αποκλειστικά στο Ιερατείο. Αυτό που αντιλαμβάνεται Επομένως η μοναδική κριτική που αποδέχεται εντός του κόμματος είναι μόνο εκείνη που ασκείται για την παραβίαση του δόγματος. Είναι η «κριτική της πράξης», όπως έλεγαν παλιά οι φασίστες του Μουσολίνι που αποτελεί εκδήλωση της απόλυτης αφοσίωσης και της πίστης στη μία και μόνη «στρατηγική του κόμματος» καταγγέλλοντας όλους τους διαφωνούντες ως σαμποταριστές, διαστρεβλωτές, εχθρούς με μια λέξη αιρετικούς με το ίδιο πάθος και μένος του συνειδητού ρουφιάνου που νιώθει ως χρέος του να καταδώσει ακόμη και τους πιο κοντινούς του όταν διαπιστώνει ότι η τυφλή πίστη στην Υπέρτατη Αλήθεια, που αντιπροσωπεύει η μόνη και αμετάλλακτη «στρατηγική του κόμματος», αρχίζει να υστερεί. Μόνο αυτή την κριτική, δηλαδή την κριτική του ρουφιάνου, αποδέχεται η κ. Παπαρήγα. Καμιά άλλη.

Ο κομουνιστής κατά το ευαγγέλιο της κ. Παπαρήγα πρέπει να διαθέτει όλα τα τυπικά προσόντα του προσήλυτου. Δεν έχει ανάγκη να σκέφτεται ελεύθερα, ούτε να μελετά σε βάθος την ζωντανή πραγματικότητα για να σχηματίσει άποψη. Αρκεί να μηρυκάζει τις σιδερένιες νομοτέλειες του κομματικού ευαγγελίου. Είναι ο Καπιταλισμός, ηλίθιε, όπως έξυπνα ονόμασε το αξιόλογο βιβλίο του ο Νίκος Μπογιόπουλος, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει πιο ηλίθιος σ’ αυτή την ζωή από εκείνον που αρκείτε να παπαγαλίζει το «αυτός είναι ο καπιταλισμός» κάθε φορά που καλείται από τα ίδια τα πράγματα να αναλύσει και να κατανοήσει την πραγματικότητα. Δεν υπάρχει πιο ηλίθιος από εκείνον που αντικαθιστά την μελέτη του αληθινού καπιταλισμού όπως αυτός συγκροτείται σε κάθε ιστορική συγκυρία με την βαρετή επανάληψη κλισέ που όταν καν γνωρίζει το τι σημαίνουν. Μεγιστοποίηση του κέρδους, πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους, πλουτοκρατία, εργατική τάξη, υπεραξία και μερικά ακόμη που συνθέτουν όχι επιστημονικά εργαλεία ακριβείας για την ανίχνευση της πραγματικότητας, αλλά απλοϊκές ρετσέτες που συνθέτουν το «πιστεύω» ενός πνευματικά καθυστερημένου που ξέρει μόνο στο κομματικό πίστευε και μη ερεύνα.

Αυτός είναι ο «ορθόδοξος» κομμουνιστής σήμερα εσοδείας Παπαρήγα. Τα γεγονότα πάνω στα οποία ο «ορθόδοξος» στηρίζει τα συμπεράσματά του δεν είναι ανάγκη να προέρχονται από δική του παρατήρηση και πείρα, ούτε βέβαια από την γνώση και την επιστήμη, αλλά από την «αγία γραφή» του. Το υπέρτατο προσόν ενός κομματικού σήμερα δεν διαφέρει από αυτό ενός φανατικού: «Τόσο πολύ πρέπει να πιστεύουμε στο λόγο που μας αποκαλύπτει η γραφή, ώστε εγώ, αν όλοι οι άγγελοι του ουρανού κατέβαιναν σε μένα για να μου πουν άλλα, θα έκλεινα τα μάτια μου και θα βούλωνα τα αυτιά μου – δεν αξίζουν ούτε να τα δει ούτε να τ’ ακούσει κανείς», όπως απαιτούσε ο Λούθηρος[2]από τους πιστούς του και το τηρούν κατά γράμμα οι πιο πιστοί οπαδοί του σημερινού ΚΚΕ. Τα λόγια της κ. Παπαρήγα και της ομάδας της μοιάζουν σαν απόηχος της διδασκαλίας του Ραβίνου Ιάκωβου τον πρώτο αιώνα μετά την γέννηση του Χριστού: «Όποιος ξεφεύγει από το δρόμο και ξεχνάει τη μελέτη της Γραφής και λέει ‘τι ωραίο είναι αυτό το δέντρο’, ‘τι ωραίο είναι αυτό το οργωμένο χωράφι’, αμαρταίνει ενάντια στην ίδια του την ψυχή.»[3] Ή του Ντέιβιντ Χιουμ ο οποίος διηγείται την περίπτωση ενός μοναχού, ο οποίος, «επειδή από τα παράθυρα του κελιού του είχε μια υπέροχη θέα, έκλεισε με τα μάτια του μια συμφωνία, να μη στραφούν ποτέ προς αυτή την κατεύθυνση, ή να νιώσουν μια τέτοια αισθητική απόλαυση.»[4]

Η ικανότητα του «ορθόδοξου» να κλείνει τα μάτια του και να βουλώνει τ’ αυτιά του μπροστά σε γεγονότα που δεν αξίζουν να τα δει και να τα ακούσει κανείς, είναι γι’ αυτόν ανεκτίμητη πηγή δύναμης και σταθερότητας. Οι κίνδυνοι δεν τον τρομάζουν, τα εμπόδια δεν τον αποκαρδιώνουν, οι αντιφάσεις δεν τον κλονίζουν, γιατί πολύ απλά αρνείται την ύπαρξή τους. Η δύναμη της πίστης δείχνεται, όπως έγραφε ο Μπρεξόν, όχι στο ότι μετακινεί τα βουνά, αλλά στο ότι δε βλέπει τα βουνά που πρέπει να μετακινηθούν.[5] Η βεβαιότητα του αλάνθαστου δόγματός του είναι αυτό που κάνει τον «ορθόδοξο» άτρωτο απ’ όλες τις αβεβαιότητες, τις εκπλήξεις και τις δυσάρεστες αλήθειες της ζωντανής πραγματικότητας και της αληθινής κίνησης της ζωής.

Γι’ αυτό ένα δόγμα, όπως η «στρατηγική του Κόμματος» κατά την κ. Παπαρήγα, δεν μπορεί να κρίνεται από το περιεχόμενό του σε αλήθεια, βάθος και εγκυρότητα, αλλά από την αποτελεσματικότητα του στην απομόνωση του κομματικού από τον ίδιο του τον εαυτό και από το κοινωνικό περιβάλλον. Για την «στρατηγική του Κόμματος» ισχύει ότι λέει ο Πασκάλ για μια αποτελεσματική θρησκεία, που ισχύει πάντα για κάθε αποτελεσματικό δόγμα, πρέπει «να αντιφάσκει στη φύση, στην κοινή λογική και στην ευχαρίστηση.»[6] Κι έτσι οι πιστοί καλούνται συνεχώς να αναζητούν την απόλυτη αλήθεια με την καρδιά τους και όχι με την λογική. Η κατοχή της απόλυτης αλήθειας δίνει την αίσθηση ακόμη και στον ηλίθιο ότι κατέχει την αιωνιότητα. Δεν υπάρχουν εκπλήξεις και τίποτε που να μην είναι γνωστό.

Όλες οι ερωτήσεις έχουν ήδη απαντηθεί, όλες οι αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί, όλες οι πιθανότητες έχουν ήδη προβλεφθεί, όποτε δεν χρειάζεται πια κανένας να ταλαιπωρείται με τις αντιφάσεις που αναγεννά διαρκώς η ίδια η ζωή. Ο «ορθόδοξος» δεν εκπλήσσεται και δεν διστάζει, απλά υπακούει. Δεν έχει ανάγκη να εντρυφήσει στα εγκόσμια, απλά τα περιφρονεί. Το αληθινό δόγμα είναι το μαγικό κλειδί για τη λύση όλων των προβλημάτων της εποχής και του κόσμου όλου. Μ’ αυτό ακόμη κι ο πιο ηλίθιος, ο πιο πνευματικά καθυστερημένος μπορεί λύσει και να αρμολογήσει ολόκληρο τον κόσμο χωρίς προσπάθεια και ιδιαίτερες απαιτήσεις. Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε και καθάρισες.

Κάποτε ο Λένιν, λίγο πριν τον θάνατό του, προειδοποιούσε εμφατικά τους συντρόφους του: «Εάν ξεφορτωθείτε όλους τους ευφυείς αλλά ελάχιστα υποταχτικούς ανθρώπους και κρατήσετε μόνο τους υποταχτικούς ηλίθιους, είναι απολύτως σίγουρο ότι θα φέρετε την καταστροφή στο κόμμα.»[7] Οι σύντροφοί του δεν τον άκουσαν κι έτσι με τα χρόνια τα κομμουνιστικά κόμματα μετατράπηκαν σε μηχανισμούς μαζικής παραγωγής υποταχτικών ηλιθίων. Ιδίως σε συνθήκες πολιτικής ομαλότητας. Ιδανικό περιβάλλον για την επικράτηση μιας άκρως ιδιοτελούς γραφειοκρατικής κάστας που έμαθε να ζει παρασιτικά από το κίνημα και όχι για το κίνημα. Η εξάρτηση από την χρηματοδότηση του αστικού κράτους και τα δάνεια ήταν απλά η λογική συνέπεια. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερο αβαντάζ για μια πουλημένη, πλήρως εξαρτημένη ηγεσία, για έναν αλωμένο κομματικό μηχανισμό, από το να διαθέτει υποταχτικούς ηλίθιους για κομματικά μέλη και οπαδούς που διακρίνονται για την θρησκόληπτη σχέση τους με το «Κόμμα». 

Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει μία και μόνη στρατηγική, που να είναι χρήσιμη κάτω απ’ όλες τις συνθήκες και όλους τους ιστορικούς όρους. Αυτό το γνωρίζει ακόμη κι ο πιο άσχετος με το όλο θέμα. Μιας και ο ίδιος ο στόχος, που, θεωρητικά πάντα, ήταν ανέκαθεν ο σοσιαλισμός για το κίνημα του οποίου τα σύμβολα έχει οικειοποιηθεί η κ. Παπαρήγα, δεν ήταν ποτέ κάτι το έτοιμο, το στατικό, μια έτοιμη συνταγή που μπορεί να φορεθεί στην πραγματικότητα και να λύσει όλα τα χρόνια προβλήματα της ανθρωπότητας.

Ο Λένιν έλεγε: «Ο σοσιαλισμός δεν είναι ένα έτοιμο σύστημα που θα δοθεί σαν ευεργεσία στην ανθρωπότητα. Ο σοσιαλισμός είναι η ταξική πάλη του σημερινού προλεταριάτου, που βαδίζει από ένα σκοπό σήμερα σ’ έναν άλλο αύριο στο όνομα του βασικού του σκοπού, προς τον οποίο πλησιάζει κάθε μέρα»[8] Ποιος είναι ο ένας σκοπός σήμερα, ο άλλος αύριο που βαδίζει το προλεταριάτο στο όνομα του βασικού σκοπού; Πώς θα πρέπει να βαδίσει το προλεταριάτο από τον ένα στον άλλο; Και τι επίδραση έχουν όλα αυτά στον ίδιο τον βασικό σκοπό που δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι ένα «έτοιμο σύστημα που θα δοθεί σαν ευεργεσία στην ανθρωπότητα»; Όλα αυτά ανήκουν στη σφαίρα της στρατηγικής κι αυτός που αποφασίζει γι’ αυτήν δεν είναι η ηγεσία, ούτε κάποιο σώμα του κόμματος, αλλά η ίδια η διαλεκτική της ζωής που επιβάλλει τους όρους μέσα από τους οποίους οφείλει να προχωρήσει το κίνημα.

Μπορεί να κατανοηθεί αυτή η διαλεκτική της αληθινής ζωής μέσα από έτοιμα σχήματα; Όχι. Απαιτεί την κατάκτηση της επιστήμης της ταξικής πάλης κι αυτό σημαίνει διαρκή αναζήτηση, ανοιχτή κρίση και ανελέητη κριτική, ζύμωση χωρίς κανένα ταμπού, χωρίς κανένα προκάτ, ή προειλλημένο συμπέρασμα, χωρίς άνωθεν ή έξωθεν επιβεβλημένους περιορισμούς. Επιστήμη χωρίς κριτική και διαφωνίες, χωρίς αμφισβήτηση και αντιπαραθέσεις ακόμη και για την ίδια την ουσία και τις αρχές της, δεν μπορεί να υπάρξει. Ιδίως όταν αυτή φιλοδοξεί να ανακαλύψει τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους της ριζικής ανατροπής των πάντων.

Κι όπως έλεγε ο Μαρξ: «Ο δρόμος που οδηγεί στην επιστήμη δεν είναι πλατιά λεωφόρος και πιθανότητες να φτάσουν στις φωτεινές κορυφές της έχουν μόνο εκείνοι που δεν φοβούνται να κουραστούν για να σκαρφαλώσουν στ’ απόκρημνα μονοπάτια της.»[9] Πράγμα που δεν ισχύει για καμιά άλλη επιστήμη, όσο για την επιστήμη της ταξικής πάλης. Και για να κατακτηθούν οι φωτεινές κορυφές της απαιτούν ανήσυχα μυαλά όσο δεν παίρνει, ανεξάρτητες προσωπικότητες που δεν καταδέχονται να σκύψουν το κεφάλι σε κανένα δόγμα, ούτε τρέμουν μπροστά στην διάψευση των ιερών και οσίων τους όπως κάθε τυπικός θρησκόληπτος.

Προσωπικά δεν ανήκω, ούτε ανήκα ποτέ στην κατηγορία των πανηλίθιων οπαδών της κ. Παπαρήγα, ούτε εκείνων των κομματικών που σέρνουν την κοινή λογική και την θεωρία από τον βούρκο μιας εσωκομματικής αντιπαράθεσης ενός «καλού» ΚΚΕ της οργιώδους φαντασίας τους έναντι του «κακού» σημερινού ΚΚΕ, με τους ίδιους ακριβώς όρους που οι ορθόδοξοι μάχονται για το παλιό και το νέο ημερολόγιο μακριά από τα εγκόσμια. Σέβομαι τους ιδρυτές του επιστημονικού σοσιαλισμού τόσο ώστε να μην τους μεταχειρίζομαι ως στείρα «τσιτάτα» στα πλαίσια μιας απόκοσμης εσωκομματικής πάλης δίχως αληθινό νόημα, μόνο σε μυημένους και έτη φωτός μακριά από τις αληθινές ανάγκες του κινήματος σήμερα.

Όπως το 1553, όταν ο Μωάμεθ πολιορκούσε την Πόλη και απειλούσε με τέσσερεις αιώνες Οθωμανικό ζυγό τους πληθυσμούς του Βυζαντίου, οι Βυζαντινοί καλόγεροι συζητούσαν με πάθος αν υπάρχουν θηλυκοί καλόγεροι στην επουράνια βασιλεία, έτσι και σήμερα στο ΚΚΕ. Αδυνατούν να κατανοήσουν το προφανές, το γεγονός δηλαδή ότι βρισκόμαστε καταμεσής μιας από πολλές απόψεις πρωτοφανούς επαναστατικής κρίσης, η οποία εξ αντικειμένου θα οδηγήσει – σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα – είτε στην εξέγερση του λαού, είτε στην απόλυτη κυριαρχία της πιο μαύρης αντίδρασης. Αδυνατούν να κατανοήσουν αυτό που αντιλαμβάνεται σήμερα ακόμη και ο πιο απλός εργαζόμενος. Αν δεν οργανωθεί άμεσα η κοινωνική εξέγερση του λαού με σκοπό την ανατροπή του καθεστώτος, είναι σίγουρο ότι η Ελλάδα θα πάψει να υπάρχει και ο λαός της θα υποδουλωθεί χάνοντας ακόμη και το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Είναι μια ιστορική ευκαιρία που ο ελληνικός λαός δεν μπορεί να χάσει, γιατί δεν θα υποστεί απλά μια ήττα, αλλά θα χάσει τα πάντα μαζί και την χώρα του. Και χωρίς χώρα, χωρίς πατρίδα δεν μπορεί να υπάρξει λαός, δεν μπορεί να υπάρξει τάξη, πολύ περισσότερο δεν μπορεί να υπάρξει κίνημα ούτε καν αντίστασης.

Το έχουν αντιληφθεί αυτό οι κομματικοί που διαπληκτίζονται για την στρατηγική και την τακτική του κόμματος; Στην πλειοψηφία τους όχι. Ούτε καν αυτοί που διαφωνούν από σχετικά ορθές θέσεις. Έχουν χάσει την αίσθηση της πραγματικότητας. Δεν έχουν καν αντιληφθεί ότι η αληθινή ζωή δεν περιμένει, επιτάσσει. Κι όταν η ίδια η ζωή θέτει στην ημερήσια διάταξη την επανάσταση, τον παλλαϊκό ξεσηκωμό, όπως σήμερα, τότε ο αληθινός επαναστάτης, ο αληθινός κομμουνιστής δεν χάνει την ώρα του με νεκρές υποθέσεις, αλλά επιλέγει συνειδητά την πρώτη γραμμή, εκεί που τον έχει ανάγκη ο λαός του και η πατρίδα του. Αλλιώς είναι μια καρικατούρα άξια περιφρόνησης και χλευασμού, είτε διαχωρίζει την θέση από την σημερινή κατάσταση του ΚΚΕ, είτε όχι.

Αυτό που αναδύει σήμερα ο «διάλογος» και η εσωκομματική αντιπαράθεση στο ΚΚΕ είναι την δυσοσμία ενός πτώματος που σαπίζει με τους συγγενείς του να τσακώνονται για τα ιμάτιά του. Κανένα από τα καίρια ζητήματα της πιο επαναστατικής απ’ όλες τις καταστάσεις στην μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας δεν φαίνεται να τους απασχολεί. Λες και βρίσκονται σε μια ομαλή κοινοβουλευτική περίοδο όπου έχουν όλο το χρόνο να τα ξαναδούν όλα, πρώτα να αναμοχλεύσουν την θεωρία με ομίλους προβληματισμού και θεωρητικές αντιπαραθέσεις όπου ανθεί ο στείρος ακαδημαϊσμός, ανίκανος να προσθέσει έστω κι ένα «ι» στην ανάλυση της ζωντανή πραγματικότητας, αλλά ικανότατος στο να χάνεται στους λαβύρινθους ενός απίστευτου σχολαστικισμού μακριά από τις απαιτήσεις της μαζικής λαϊκής πάλης. Αυτή η τελευταία μπορεί να περιμένει.

Κι όταν με το καλό θα υπάρξει επιτέλους μια αληθινή αριστερά, ένα ικανό «κόμμα» όπως το ονειρεύονται οι πιο πιστοί οπαδοί του, τότε ίσως να έρθει και η ώρα να δούμε τι έχει ανάγκη ο λαός και η χώρα. Έως τότε όμως η ιστορία, η ίδια η ζωή, οφείλει να σταματήσει. Προέχουν άλλα πολύ πιο σοβαρά πράγματα. Τι σημασία έχει το γεγονός ότι ο κόσμος πεθαίνει, δουλοποιείται σε απίστευτο βαθμό, εξαθλιώνεται μαζικά και χάνει μέρα με τη μέρα ακόμη και την ελπίδα να ζήσει. Όλα αυτά μπορούν να περιμένουν έως ότου οι επαναστάτες του γλυκού νερού, της ακαδημαϊκής θεωρητικολογίας, της τρικυμίας εν κρανίω, ξεκαθαρίσουν τους λογαριασμούς τους με το κόμμα τους. Τι πειράζει αν εν τω μεταξύ χαθεί αυτή η ιστορική ευκαιρία για τον λαό και τη χώρα; Τι πειράζει αν ο λαός, ο απλός κόσμος, εισπράξει μια ακόμη τραγική ήττα; Τι σημαίνει μια ακόμη ήττα; Τόσες και τόσες τους πρόσφερε το κόμμα μας κι εμείς οι ίδιοι με την νοοτροπία και την πρακτική μας. Τι είναι μια ακόμη;

Όσο υπάρχουμε εμείς – σκέφτονται οι ανόητοι που σουλατσάρουν ως επαναστάτες – ο λαός έχει ελπίδα για το μέλλον. Έστω κι αν αυτό το μέλλον αφορά στις ελληνικές καλένδες και γράφεται με τον ανδραποδισμό ενός ολόκληρου λαού και την διάλυση της χώρας. Εξαρτημένοι από τον μυστικισμό του κόμματος, που έμαθαν να υπηρετούν τυφλά, αρνούνται να αντιληφθούν το τι συμβαίνει τριγύρω τους. Δεν έχουν ούτε καν αντιληφθεί ότι το κυρίαρχο ζήτημα σήμερα δεν είναι το τι σόι κόμμα θέλουν οι μεν, ή οι «δεν», ούτε καν το είδος της πολιτικής συμμαχιών, ή της στρατηγικής, αλλά το πώς πρέπει να οργανωθεί άμεσα και πρακτικά η κοινωνική εξέγερση του λαού εναντίον του καθεστώτος. Όχι του Αγίου Ποτέ, ή του Οσίου Πατάπιου ανήμερα, αλλά εδώ και τώρα με τους όρους και τις συνθήκες που γεννά σήμερα η ίδια η πραγματικότητα μιας πρωτοφανούς κοινωνικοπολιτικής πόλωσης, η οποία πολύ σπάνια έχει παρατηρηθεί στην ιστορία τόσο της Ελλάδας, όσο και διεθνώς. Αλλιώς, γίνονται συνένοχοι στην σφαγή ενός ολόκληρου λαού και στη διάλυση της πατρίδας του. Κι από αυτή την συνενοχή δεν πρόκειται να τους γλυτώσει κανένα «τσιτάτο» του Μάρξ, ή του Λένιν, κανένα ορατόριο για την επανάσταση που δεν έμαθαν ποτέ πώς να την υπηρετούν στην πράξη και στην ώρα της.

Όποιος πιστεύει σήμερα ότι πρώτα πρέπει να φτιάξει το ΚΚΕ και ύστερα να δούμε πώς θα πορευτεί το κίνημα, η κοινωνία και ο λαός, δεν μπορεί ούτε καν να αντιληφθεί ότι έχει «φύγει», έχει αναχωρήσει εις Κύριον. Είναι το ίδιο αναχωρητής, όσο και οι οπαδοί της Παπαρήγα, έστω κι αν διαφωνεί μαζί τους. Ο αληθινός κομμουνιστής, ο αληθινός επαναστάτης ξέρει ότι ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Δεν μπορεί να συντηρείται ένα κόμμα που το έχει ξεβράσει η κοινωνία και η ιστορία, ούτε αυτό μπορεί να αναγεννηθεί σε άλλη πιο «καλή» εκδοχή του παρά μόνο σαν φάρσα, ή σαν παρά φύση απόστημα. Ότι πέθανε, πέθανε και όσο πιο γρήγορα το θάψουμε στο νεκροταφείο της συνείδησής μας και της ιστορίας, τόσο πιο γρήγορα θα ανθήσουν οι ιδέες και οι αξίες του κινήματος της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης μέσα στα σπλάχνα της ίδιας της κοινωνίας και όχι στο περιθώριό της όπως θέλουν να το καταδικάσουν σήμερα. Το θεμελιώδες ερώτημα που ανέκαθεν απασχολούσε έναν αληθινό επαναστάτη σε ανάλογες καμπές ήταν αυτό που διατύπωνε από την εποχή του ο Αλεξάντερ Χέρτσεν: «είμαστε πεθαμένοι που ανήκουμε στα περασμένα και δευτερώνουμε με αναστεναγμούς «τελείωσε», ή είμαστε ζωντανοί άνθρωποι του μέλλοντος που λένε, αφήνοντας να πέσει το σάβανο στο κουφάρι του βασιλιά: ο βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο βασιλιάς!»

Ο αληθινός κομμουνιστής δεν ανήκει στην κατηγορία εκείνου του μαθητή που διστάζοντας να ακολουθήσει τον Ιησού του είπε: «Κύριε, ἐπίτρεψόν μοι πρῶτον ἀπελθεῖν καὶ θάψαι τὸν πατέρα μου.» Διότι γνωρίζει πολύ καλά την απάντηση του ίδιου του Ιησού, που συνιστά την αιώνια απάντηση σε ανάλογα ερωτήματα που γεννιούνται σε όποιον έχει θέσει τον εαυτό του στην υπηρεσία των καταπιεσμένων κάθε ιστορικής εποχής: «ἀκολούθει μοι, καὶ ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς.» Και ξέρει να την κάνει πράξη χωρίς καμιά καθυστέρηση, χωρίς να ασχολείται με το θάψιμο των νεκρών, όταν τον καλεί η ιστορία και τα καθήκοντα που έχει θέσει η συνειδητή του στράτευση στο πλευρό των καταπιεσμένων, του ίδιου του λαού του. «Δεν υποφέρουμε μονάχα από τους ζωντανούς μα κι από τους πεθαμένους. Le mort saisit le vif!», έγραφε ο Μαρξ.[10] Ο πεθαμένος αδράχνει τον ζωντανόΑυτό συμβαίνει με το ΚΚΕ σήμερα και αυτό είναι που δεν καταλαβαίνουν ακόμη κι όσοι διαφωνούν με το πώς κατάντησε το κόμμα της η ομάδα της κ. Παπαρήγα.

Ο αληθινός κομμουνιστής γνωρίζει ότι η χειρότερη δοκιμασία για τον ίδιο, η πιο μεγάλη αδυναμία του είναι όταν δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι αυτό που τον εξέφρασε οργανωτικά και πολιτικά σε μια άλλη εποχή έχει πεθάνει προ πολλού. Κι αγωνίζεται να κρεμαστεί από την ανάμνησή του, χάνεται στην προσπάθεια να το αναβιώσει, να του δώσει ζωή μόνο και μόνο για να καταλήξει ως νέος δόκτωρ Φράνκενστάιν να προσπαθεί με τα πειράματά του να αναστήσει τους νεκρούς. Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα είναι να χαθεί στο περιθώριο της ιστορικής κίνησης μέσα σε ατέρμονες προσπάθειες που είναι καταδικασμένες εκ προοιμίου να γεννήσουν μόνο τέρατα.

Ο Μαρξ είχε αντιληφθεί από πολύ νωρίς το γεγονός αυτό: «Είμαστε ακλόνητα πεισμένοι ότι ο πραγματικός κίνδυνος δεν βρίσκεται στις πρακτικές προσπάθειες, αλλά στη θεωρητική επεξεργασία των κομμουνιστικών ιδεών, μιας και οι πρακτικές προσπάθειες, ακόμη και οι επιδιώξεις των μαζών, μπορούν να απαντηθούν με το κανόνι μόλις γίνουν επικίνδυνες, ενώ οι ιδέες που έχουν κατακτήσει τη νοημοσύνη μας και έχουν κατακλύσει το νου μας, οι ιδέες με τις οποίες η λογική έχει αλυσοδέσει τη συνείδηση μας, είναι δεσμά από τα οποία δεν μπορεί κανείς να απελευθερωθεί δίχως να ραγίσει την καρδιά του, είναι δαίμονες που οι ανθρώπινες υπάρξεις μπορούν να εξευμενίσουν μόνο με το να υποκύψουν σ’ αυτές.»[11] Αληθινός επαναστάτης, αληθινός κομμουνιστής είναι αυτός που ξέρει να σπάει τα δεσμά του παρωχημένου, των αλλοτινών ιδεών που έχουν αλυσοδέσει την λογική του και την αίσθηση που πρέπει να έχει της πραγματικότητας, έστω κι αν ραγίσει η καρδιά του, έστω κι αν του κοστίσει προσωπικά, προκειμένου να αναμετρηθεί με το καθήκον που του θέτει αντικειμενικά η ίδια η ζωή.

Προσωπικά δεν έχω καμιά διάθεση να απαγορέψω στον οιονδήποτε να αυτοπροσδιορίζεται ως κομμουνιστής και να λειτουργεί στον κλειστό κόσμο των δικών του Καθαρών. Κι όπως οι Καθαροί του μεσαίωνα έτσι κι αυτός αναλώνεται για να βρει τους δικούς του Bons Hommes, τους δικούς του «καλούς Χριστιανούς». Δικαίωμά του. Όμως αυτός ο κομμουνιστής δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ανεμογκάστρι της ιστορικής συγκυρίας. Μια παρά φύση απόφυση άλλων πολύ μακρινών εποχών όταν η κοινωνική διαμαρτυρία εκφραζόταν από οργανώσεις και πολιτικά σχήματα με όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά των αιρέσεων, μιας και «η ίδια η έννοια του κόμματος μεταπήδησε στην πολιτική από την Εκκλησία διαμέσου της φιλολογίας και των φιλοσοφικών σχολών», όπως έγραφε στα 1843 ο νεοχεγγελιανός Καρλ Ρόζενκραντς.[12]

Όταν ο Μαρξ στην 11η θέση για τον Φόιερμπαχ έγραφε, «οι φιλόσοφοι μονάχα εξηγούσαν τον κόσμο, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε», δεν είχε υπόψη του κάποιο έτοιμο πολιτικό πρόγραμμα με βάση το οποίο έπρεπε να αλλάξει ο κόσμος. Ούτε θεωρούσε ότι διέθετε μια δεδομένη ερμηνεία του κόσμου και επομένως το μόνο που έμενε ήταν να αλλάξει σύμφωνα με τους θεωρητικούς κανόνες αυτής της ερμηνείας. Αντίθετα, ο Μαρξ πρότεινε έναν εντελώς νέο τρόπο για να ερμηνεύσουμε τον κόσμο. Όχι παρατηρώντας από απόσταση, ή μέσα από ολοκληρωμένα θεωρητικά σχήματα, έτοιμα να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα. Αλλά μέσα από την πάλη για να τον αλλάξουμε. Μόνο μέσα από αυτή την πάλη μπορεί και να ερμηνευθεί, να κατανοηθεί σε βάθος η ίδια η πραγματικότητα. Άλλωστε όπως εξηγεί ο ίδιος στην 8η θέση για τον Φόιερμπαχ, «η κοινωνική ζωή είναι στην ουσία της πραχτική. Όλα τα μυστήρια, που παρασέρνουν τη θεωρία προς το μυστικισμό, βρίσκουν τη λογική τους λύση στην ανθρώπινη πράξη και στην κατανόηση αυτής της πράξης.»

Γι’ αυτό και για τους Μαρξ και Ένγκελς ο κομμουνισμός αποκτούσε εξαρχής ένα ριζικά διαφορετικό περιεχόμενο. Δεν ήταν ένα πολιτικό πρόγραμμα με βάση το οποίο έπρεπε να αναμορφωθεί επαναστατικά ο καπιταλισμός, αλλά η αναγκαία κατάληξη των εσωτερικών όρων ανάπτυξης της αστικής κοινωνίας. Επομένως το βασικό πρόβλημα της θεωρίας για τον Μαρξ δεν ήταν η διατύπωση γενικών αρχών, δεδομένων συμπερασμάτων και ακαταμάχητων νομοτελειών, αλλά η κατανόηση των υλικών προϋποθέσεων που ενυπάρχουν στην ίδια τη φύση της αστικής κοινωνίας και επιτρέπουν με καταλύτη την ταξική πάλη το άνοιγμα του δρόμου για την επαναστατική ανατροπή και την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. «Ο κομμουνισμός» υπογράμμιζαν οι Μαρξ-Ένγκελς, «δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες που σ’ αυτό θα πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων. Οι όροι αυτής της κίνησης προκύπτουν από τις προϋποθέσεις που τώρα υπάρχουν.»[13] Το ζητούμενο λοιπόν για τη θεωρητική συνείδηση του Μαρξ δεν ήταν ποτέ αυτή καθαυτή η μελλοντική κοινωνία, αλλά η κατανόηση του ιστορικού τρόπου της γέννησής της μέσα από την αστική κοινωνία. Γι’ αυτό και βασικό μέλημα του Μαρξ δεν ήταν το ποια ακριβώς θα είναι η μελλοντική κοινωνία, με ποιους κανόνες, ή με ποιες νομοτέλειες αυτή θα συγκροτηθεί, αλλά με ποιο τρόπο θα ανοίξει ο δρόμος γι’ αυτήν, υπό ποιους όρους οι καθημερινοί αγώνες που είναι αναγκασμένο να διεξάγει το προλεταριάτο για τα πιο άμεσα αιτήματά του θα μετατρέψουν την ποσότητα σε ποιότητα.

Φυσικά ένα τέτοιο καθήκον γνώσης δεν μπορεί να αναλάβει μια θεωρία που απλώς παρατηρεί και αναλύει. Χρειάζεται μια θεωρία που είναι συνειδητά στρατευμένη στην υπόθεση του πραγματικού κινήματος της εργατικής τάξης. Κι αυτό γιατί η ανάγκη για την ανατροπή του καπιταλισμού δεν πηγάζει από την κοινωνική αδικία, τη φτώχεια, την ανέχεια και την αδίστακτη εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, αλλά από τη δυνατότητα της ίδιας της εργατικής τάξης να συγκροτείται και να διεκδικεί σε καθημερινή βάση τα δικά της συμφέροντα. Ο Μαρξ είναι ο πρώτος που απέδειξε επιστημονικά πως η εργατική τάξη είναι σε θέση να νικήσει και να υπερβεί κάθε «σιδερένιο νόμο» του καπιταλισμού, να αποσπάσει κατακτήσεις, να έχει επιτυχίες ακόμη και μέσα στις πιο δύσκολες, τις πιο αντίξοες και δυσμενείς γι’ αυτήν συνθήκες. Κι αυτός ο αγώνας, αυτές οι επιμέρους επιτυχίες είναι ο μόνος δρόμος για να οργανωθεί, να συγκροτηθεί ως τάξη, να αποκτήσει εμπειρία και να κατανοήσει μέσα από τη δική της πείρα ότι «παρ’ όλες τις αθλιότητες που της επιβάλλει, το τωρινό σύστημα γεννάει ταυτόχρονα και τους υλικούς όρους και τις κοινωνικές μορφές που είναι απαραίτητες για μια οικονομική ανοικοδόμηση της κοινωνίας.»[14]

Επομένως ο αγώνας για τους επαναστάτες, για τους κομμουνιστές, όπως τουλάχιστον τους αντιλαμβάνονταν οι Μαρξ-Ένγκελς, δεν είναι να αλλάξουν τα μυαλά του προλεταριάτου, δεν είναι να πείσουν τους εργάτες για την ορθότητα των δικών τους συνθημάτων και προγραμματικών στόχων, αλλά να γίνουν ένα με την εργατική τάξη, να βοηθήσουν το κίνημά της να κερδίσει καλύτερες θέσεις μέσα στον καπιταλισμό, να διευκολύνουν την συνεύρεση, συσπείρωση και οργάνωση της μεγάλης πλειοψηφίας των εργαζομένων κατά κλάδο και συνολικά, δίχως να απαιτούν από τους εργάτες και τις ηγεσίες τους πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, ή να εγκαταλείψουν εξαρχής και εκ προοιμίου τις όποιες πολιτικές εξαρτήσεις τους.

Ο Μαρξ τόνιζε πάντα ότι «δεν ερχόμαστε για να αντιμετωπίσουμε τον κόσμο με δογματικό τρόπο προβάλλοντας μια νέα αρχή: Ιδού η αλήθεια, προσκηνύστε την! Αναπτύσσουμε νέες αρχές για τον κόσμο μέσα από τις ίδιες τις δικές του αρχές. Δεν λέμε στον κόσμο: σταματήστε τους αγώνες σας, είναι ανόητοι. εμείς θα σας δώσουμε το αληθινό σύνθημα του αγώνα. Εμείς απλά δείχνουμε στον κόσμο αυτό για το οποίο αγωνίζεται στ’ αλήθεια, και η συνείδηση είναι κάτι που πρέπει να αποκτήσει, ακόμη κι αν δεν το θέλει.»[15] Και αυτή η αλλαγή της συνείδησης σε μαζικό επίπεδο έχει αποδειχτεί ότι δεν μπορεί να καταχτηθεί στο επίπεδο της μαζικής ιδεολογίας, με όπλο την προπαγάνδα θέσεων, αλλά «μπορεί να γίνει μόνο μέσα σ’ ένα πρακτικό κίνημα»[16]  της ίδιας της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων.

Οι Μαρξ-Ένγκελς δεν επεδίωξαν ποτέ να κατασκευάσουν το «δικό τους» κίνημα και το «δικό τους» κόμμα, ή να υποκαταστήσουν την αληθινή εργατική τάξη με την εικόνα που αναπαράγει η θεωρία τους μεταφρασμένη σε δόγμα, αλλά να λειτουργήσουν καταλυτικά, τόσο με το θεωρητικό έργο τους, όσο και με την πρακτική που απορρέει από αυτό, στη συγκρότηση του κινήματος και του κόμματος της εργατικής τάξης. Δεν είναι τυχαίο που στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, οι Μαρξ-Ένγκελς θεωρούν ότι το κομμουνιστικό κόμμα, για το οποίο έγραψαν αυτήν την προγραμματική διακήρυξη, δεν είναι ένα αυτοτελές κόμμα της εργατικής τάξης, ή όπως το έθεταν οι ίδιοι: «Οι κομμουνιστές δεν είναι ένα ξεχωριστό κόμμα, που αντιτίθεται στ’ άλλα εργατικά κόμματα. Δεν έχουν συμφέροντα που ξεχωρίζουν από τα συμφέροντα του προλεταριάτου στο σύνολό του. Δεν διακηρύσσουν ξεχωριστές (αιρετικές) αρχές, που σύμφωνα μ’ αυτές θα θέλαν να πλάσουν το εργατικό κίνημα.»[17]

Κι αυτό το τόνιζαν γιατί θεωρούσαν ότι ένα αληθινό κόμμα της εργατικής τάξης δεν χειροτονείται αφ’ εαυτού του ως τέτοιο με βάση την ιδεολογία του, ή τις προγραμματικές διακηρύξεις του, αλλά αποτελεί την πολιτική συγκρότηση της ίδιας της τάξης. Κι επομένως κόμμα της εργατικής τάξης που δεν μπορεί να εκφράσει στην πράξη και να κινητοποιήσει την πλειοψηφία της τάξης, ακόμη κι όταν αυτή ακολουθεί άλλα κόμματα, δεν μπορεί να υπάρξει. Στο μυαλό τους δεν υπήρχε κανένα ιδεατό κόμμα, αλλά παρακολουθούσαν και ανέλυαν τις μορφές κομμάτων και πολιτικών κινημάτων που γεννούσε η ίδια η ζωή και η πάλη της εργατικής τάξης σε κάθε χώρα και διεθνώς.

Οι Μαρξ-Ένγκελς αρνήθηκαν να ιδρύσουν το Κόμμα της Εργατικής Τάξης. Αρνήθηκαν να αντιμετωπίσουν ως κόμμα της εργατικής τάξης, οργανώσεις που δεν ξεπήδησαν μέσα από το εργατικό κίνημα και δεν ανδρώθηκαν μαζικά από την ίδια την εργατική τάξη. Ακόμη κι αν στις οργανώσεις αυτές συμμετείχαν και οι ίδιοι, όπως π.χ. ήταν η Ένωση των Κομμουνιστών για την οποία έγραψαν το Μανιφέστο. Γι’ αυτούς το αληθινό κόμμα της εργατικής τάξης γεννιέται από την ίδια την τάξη με τον τρόπο που εν πολλοίς γεννήθηκε το πρώτο ιστορικά κόμμα της, οι Χαρτιστές. Οι κομμουνιστές με τη σειρά τους θα έπρεπε να παίξουν τον ρόλο ενός δραστήριου οργανωτικού και πολιτικού κέντρου μέσα στο εργατικό κίνημα, να λειτουργήσουν «ως το πιο αποφασιστικό τμήμα των εργατικών κομμάτων όλων των χωρών, το τμήμα που τα κινεί πάντα προς τα μπρός.»[18] Κι αυτό γιατί «ο άμεσος σκοπός των κομμουνιστών είναι ίδιος με τον σκοπό όλων των άλλων προλεταριακών κομμάτων: συγκρότηση του προλεταριάτου σε τάξη, ανατροπή της αστικής κυριαρχίας, κατάχτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο.»[19]

Όσο περισσότερο αποθεώνεται ο μαρξισμός ως θεωρητική ενασχόληση ομίλων, ή κλειστών κομματικών διαδικασιών, μακριά από τις τρέχουσες πρακτικές ανάγκες της μαζικής λαϊκής πάλης, τόσο περισσότερο η θεωρία αποστεώνεται και απομακρύνεται από τα επίγεια. Μετατρέπεται σε δόγμα όπως ακριβώς συνέβαινε με τους παλιούς φιλοσόφους που σύμφωνα με τον Βάκωνα το μόνο που ξέρουν να κάνουν είναι να «κατασκευάζουν φανταστικούς νόμους για φανταστικές κοινοπολιτείες, ενώ οι αναλύσεις τους είναι σαν τα άστρα, τα οποία εκπέμπουν ελάχιστο φως, γιατί βρίσκονται τόσο ψηλά.»[20] Κι αυτού του τύπου η θεωρία υπήρξε πάντα το γόνιμο περιβάλλον μέσα στο οποία ανθεί η γραφειοκρατία, η οποία με τον ίδιο τρόπο που «είναι το φανταστικό Κράτος δίπλα στο πραγματικό»[21], όπως έλεγε ο Μαρξ, συνιστά επίσης το φανταστικό κόμμα δίπλα στο πραγματικό. «Το καθολικό πνεύμα της γραφειοκρατίας είναι το μυστικό, το μυστήριο που φυλάγεται από την ιεραρχία προς τα μέσα κι από τον χαρακτήρα της σαν κλειστής συντεχνίας προς τα έξω… Η Αρχή είναι η αρχή της γνώσης της και η ειδωλολατρία της Αρχής η πεποίθησή της.»[22] Μια ειδωλολατρία, που σε αντίθεση με τον διαλεκτικό υλισμό της «ανελέητης κριτικής όλων όσων υπάρχουν, ανελέητης τόσο με την έννοια ότι δεν φοβάται σε ποια συμπεράσματα θα καταλήξει, όσο και με την έννοια ότι εξίσου δεν φοβάται να συγκρουστεί με τις όποιες κατεστημένες εξουσίες»[23], οδηγεί πάντα σε έναν «χυδαίο υλισμό, στον υλισμό της παθητικής υποταγής, της τυφλής πίστης στην εξουσία, του μηχανισμού μιας καθορισμένης τυπικής δραστηριότητας, καθορισμένων αρχών, απόψεων και παραδόσεων.»[24]

Η αποφασιστική υπέρβαση της λογικής αυτού του χυδαίου υλισμού αποτέλεσε την πρώτη θεμελιώδη προϋπόθεση για την ανάδειξη ενός επαναστατικού κόμματος νέου τύπου. Όμως αυτή, όσο κι αν ήταν απαραίτητη, δεν υπήρξε ποτέ αρκετή. Χρειάζονταν επιπλέον δυο αναγκαίες και ικανές συνθήκες: Αφενός, μια θεωρία που δεν θα αποτελεί «μια συλλογή δογμάτων τα οποία πρέπει κάποιος να τα αποστηθίσει και να τα επαναλαμβάνει σαν θαυματουργή φόρμουλα, ή σαν Καθολική προσευχή.»[25]Και αφετέρου μια συνειδητή πρακτική που ξέρει με συλλογικό τρόπο όχι απλά να «εκπροσωπεί», ή να «εκφράζει», όπως επιδιώκει κάθε τυπικό πολιτικό κόμμα, ούτε πολύ χειρότερα να «υποκινεί», όπως ήθελαν οι συνωμοτικές σέκτες, τους καταπιεσμένους γενικά, αλλά να «δουλεύει με την εργατική τάξη σε κάθε πιθανό στάδιο της ανάπτυξής της.»[26]

Ωστόσο, οι συνθήκες αυτές, ακόμη και για όσους υιοθέτησαν ανεπιφύλακτα τον επιστημονικό σοσιαλισμό, δεν ήταν ποτέ δεδομένες, ούτε κατοχυρωμένες για κανένα κόμμα, όσο κι αν ορκιζόταν σε επαναστατικά ιδανικά, όσο κι αν έχριζε τον εαυτό του δικαιωματικό κληρονόμο του μαρξισμού, της εργατικής τάξης και των ιστορικών της πεπρωμένων. Η μεγάλη δυσκολία να κατακτηθεί αυτή η πολύ συγκεκριμένη ενότητα θεωρίας και πράξης στα πλαίσια της ταξικής πάλης, έσπρωξε πολλά μαρξιστικά κόμματα – από την εποχή της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και μετά στην περίοδο του κομμουνιστικού κινήματος – να δημιουργήσουν για δική τους προσωπική χρήση μια εικονική εργατική τάξη και μια εικονική ταξική πάλη, όπου αρκούσε το αίσθημα της κατάφωρης αδικίας, η γενική διάθεση για κοινωνική διαμαρτυρία, όπως και η ηρωική αποθέωση των αμέτρητων «αγώνων και θυσιών». Μόνο που οι εικονικές πραγματικότητες, τόσο στην πολιτική, όσο και στην κοινωνία, συνοδεύονται αναγκαστικά από την ιδεολογικο-πολιτική και ηθική απαξίωση όσων αιχμαλωτίζονται απ’ αυτές.

Ο Πιοτρ Λαβρόφ απέδιδε πολύ εύστοχα το κλίμα γενικευμένης κατάπτωσης, που κυριαρχούσε ανέκαθεν σε κάθε «οργάνωση της κοινωνικής επανάστασης» η οποία επενδύει στο συναίσθημα, στη γενική διαμαρτυρία, στη μεταφυσική αποθέωση του κόμματος, των ιδανικών και των συνθημάτων του, ενώ κατανοεί τον πολιτικό της ρόλο ως «υποκινητή» της μαζικής δράσης. Κάθε τέτοια οργάνωση, τόνιζε ο Λαβρόφ, πάσχει από ένα βαθύ και ανυπέρβλητο εσωτερικό διχασμό, ανάμεσα σε μια επιτήδεια ηγεσία, ικανή για οτιδήποτε στο όνομα ενός μεταφυσικού «κομματικού συμφέροντος» και μια αποχαυνωμένη βάση οπαδών. Η επιτηδειότητα των ηγετών εκφράζεται πάντα με την προσπάθεια να αξιοποιήσουν «τη χολή των υποστηρικτών της νέας κοινωνικής τάξης ενάντια στις αδικίες της παλιάς κοινωνίας, υιοθετώντας την αρχή ότι, στον πόλεμο, κάθε μέσο είναι επιτρεπτό. Ανάμεσα σ’ αυτά τα επιτρεπτά μέσα συμπεριλαμβάνουν την εξαπάτηση των συντρόφων τους, την εξαπάτηση του λαού που, παρόλα αυτά, υποστηρίζουν ότι υπηρετούν. Ήταν έτοιμοι να πουν ψέματα σε όλους και στον καθένα ξεχωριστά με μόνο σκοπό να οργανώσουν ένα επαρκώς ισχυρό κόμμα, λες και ένα ισχυρό κόμμα της κοινωνικής επανάστασης μπορεί να συγκροτηθεί χωρίς την ειλικρινή αλληλεγγύη των μελών του!… Ήταν έτοιμοι να εκμεταλλευτούν τους φίλους και συντρόφους τους, να τους μετατρέψουν σε υποχείρια στα σχέδιά τους. Ήταν έτοιμοι να υπερασπιστούν στα λόγια την πιο πλήρη ανεξαρτησία και αυτονομία προσώπων και τάξεων, την ίδια στιγμή που οργανώνουν την πιο ξεδιάντροπη δικτατορία και εκπαιδεύουν τους οπαδούς τους να συμπεριφέρονται υποταχτικά, σαν πρόβατα δίχως σκέψη, λες και η κοινωνική επανάσταση μπορεί να διεξαχθεί από μια ενότητα εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων, από μια ομάδα ανθρώπων των οποίων η πράξη είναι σε κάθε στιγμή ένα χαστούκι στο πρόσωπο όλων αυτών που στα λόγια διακηρύχνουν!»[27]. Ο Μαρξ ένιωθε τέτοια απέχθεια για όσες «επαναστατικές οργανώσεις» θεμελίωναν τη δράση τους, τόσο προς τα μέσα, όσο και προς τα έξω, στην αποθέωση του συνωμοτισμού, που θεωρούσε ότι η μόνη δυνατή συνεισφορά τους είναι η αναβίωση της «ιδεολογίας του μαφιόζου» στο εσωτερικό της επανάστασης. Ο Ένγκελς με τη σειρά του συμπλήρωνε ότι η εξύμνηση του συνωμοτισμού και των συνεπειών του «λειτουργεί μονάχα ως μανδύας για να κρύψει την πιο εξόφθαλμη επαναστατική ανικανότητα απέναντι στις κυβερνήσεις, αλλά και τη φιλόδοξη συμπεριφορά κλίκας στο εσωτερικό του επαναστατικού κόμματος.»[28]

Αρκετά χρόνια αργότερα ο Μπουχάριν θέλοντας να απαντήσει στο «μανιφέστο» του πάπα Πίου (Rigasche Rundschau, No 3, 10/2/1930) εναντίον του μπολσεβικισμού, αναφέρεται με ιδιαίτερα εύστοχο τρόπο στους θεωρητικούς των θρησκευτικών ταγμάτων: «Αυτοί οι θεωρητικοί ανέβασαν την ιδεολογία της εκπόρνευσης και της υποταγής δίχως αναστολές, στο ύψος της ανώτατης αρχής. Οικοδόμησαν μια οργάνωση των οποίων τα μέλη θεωρούσαν ως μέγιστη αρετή και ηθικό τους καθήκον την άρνηση των δικών τους αρχών. Έχει ορθά ειπωθεί ότι δεν υπάρχει καμμιά αθλιότητα στον κόσμο για την οποία να μη μπορεί να βρεθεί κάποια ιδεολογική δικαίωση. Ο ηγεμόνας των ιησουϊτών, ο Λογιόλα, ανέπτυξε μια ολόκληρη θεωρία υποταγής, μιας «πτωματώδους πειθαρχίας», όπου το κάθε μέλος του τάγματος θα έπρεπε να υπακούει τον ανώτερό του «όπως ένα πτώμα που μπορεί να γυρίσει προς όλες τις κατευθύνσεις», όπως ένα ραβδί που ακολουθεί κάθε κίνηση, όπως μία μπάλα από κερί που μπορεί να πλαστεί και να εκταθεί προς κάθε κατεύθυνση… Αυτό το πτώμα χαρακτηρίζεται από τρεις βαθμούς τελειότητας: υποταγή της πράξης, υποταγή της θέλησης, υποταγή της σκέψης. Όταν ο τελευταίος βαθμός έχει κατακτηθεί, όταν ο άνθρωπος υποκαθιστά τη νοημοσύνη με την τέλεια υποταγή, απαρνούμενος όλες τις πεποιθήσεις του, τότε έχεις έναν εκατό τα εκατό Ιησουίτη… Δεν πρέπει να αναρωτιέται κανείς γιατί κάτω από την κυριαρχία μιας τέτοιας «εκπόρνευσης αρχών» η εξαπάτηση, η παραπλάνηση, η κοροϊδία, η χρήση του στιλέτου, το δηλητήριο, η δολιότητα, το εκλεπτυσμένο σύστημα ψεύδους που αποκαλείται σοφιστική, τα σαδιστικά βασανιστήρια στις ακροάσεις, η διπλοπροσωπία – όλα αυτά και άλλα πολλά ανθοφόρησαν με τέτοια αφθονία στους αμπελώνες του Κυρίου. Αυτή την πνευματική πορνεία, αυτή την ιδεολογία των δόλιων καστράτων και των ομοφυλόφιλων, αυτή τη βρωμιά, εσείς, Άγιε Πίο, αποκαλείται "πολιτισμό";»[29]

Δεν γνωρίζουμε αν ο Μπουχάριν, όταν ορθά απέδιδε με τόσο μελανά χρώματα την εσωτερική λογική των θρησκευτικών ταγμάτων, είχε στο νου του και το ανερχόμενο καθεστώτος ιησουίτικης πειθαρχίας μέσα στο ίδιο το ΚΚΣΕ την εποχή αυτή. Το σίγουρο είναι ότι καμμιά οργάνωση τύπου «θρησκευτικού τάγματος», κανενός είδους κόμμα δεν μπορεί να αποφύγει τον ίδιο απόλυτο εκφυλισμό, την ίδια πρόστυχη κατάληξη, ότι κι αν επικαλείται, όσο «αγνά» κι αν είναι τα αρχικά της κίνητρα, οιονδήποτε «ανώτερο σκοπό» κι αν υπηρετεί, όποιο χρώμα κι αν έχουν τα λάβαρά της.

Όταν ο Ένγκελς κλήθηκε το 1884 να γράψει τις αναμνήσεις του σχετικά με την Νέα Εφημερίδα του Ρήνου, την εφημερίδα που ίδρυσαν μαζί με τον Μαρξ και έπαιξε κορυφαίο ρόλο στο δημοκρατικό κίνημα που είχε ξεσπάσει τότε, ανάμεσα στα άλλα σημείωνε:

«Η γερμανική αστική τάξη, η οποία είχε μόλις αρχίσει να δημιουργεί την μεγάλης κλίμακας βιομηχανία της, δεν είχε ούτε τη δύναμη ούτε το θάρρος να κερδίσει για τον εαυτό της άνευ όρων κυριαρχία στο κράτος, ούτε υπήρχε επιτακτική ανάγκη για να το πράξει. Το προλεταριάτο, υπανάπτυκτο σε ίσο βαθμό, έχοντας μεγαλώσει σε πλήρη πνευματική υποδούλωση, όντας ανοργάνωτο και χωρίς καν να είναι σε θέση για ανεξάρτητη οργάνωση, κατείχε μόνο μια αόριστη αίσθηση της βαθιάς σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ του ιδίου και της αστικής τάξης. Συνεπώς, αν και στην πραγματικότητα θανάσιμος εχθρός της τελευταίας, παρέμεινε, από την άλλη πλευρά, η πολιτική της απόφυση. Τρομαγμένη όχι από ό, τι το γερμανικό προλεταριάτο ήταν, αλλά από ό, τι απειλεί να γίνει και από το τι ήταν ήδη το γαλλικό προλεταριάτο, η αστική τάξη είδε ως μόνη σωτηρία της κάποιο συμβιβασμό, ακόμη και τον πιο δειλό, με τη μοναρχία και τους ευγενείς. Καθώς το προλεταριάτο αγνοούσε ακόμη τον δικό του ιστορικό ρόλο, το μεγαλύτερο μέρος του είχε, στην αρχή, να αναλάβει το ρόλο του μοχλού πίεσης προς τα εμπρός, δηλαδή την ακραία αριστερή πτέρυγα της αστικής τάξης. Οι Γερμανοί εργάτες έπρεπε πάνω απ 'όλα για να κερδίσουν αυτά τα δικαιώματα τα οποία ήταν απαραίτητα για την ανεξάρτητη οργάνωσή τους ως ένα ταξικό κόμμα: την ελευθερία του Τύπου, του συνεταιρίζεσθαι και του συνέρχεσθαι - δικαιώματα τα οποία η αστική τάξη, προς το συμφέρον της δικής της εξουσίας θα έπρεπε να είχε αγωνιστεί, αλλά που η ίδια με το φόβο της άρχισε τώρα να αμφισβητεί όταν αφορούσαν στους εργαζομένους. Τα μερικές εκατοντάδες διάσπαρτα μέλη της Ένωσης [των Κομμουνιστών] εξαφανίστηκαν μέσα στην τεράστια μάζα που ξαφνικά πέταξαν είχαν έρθει στο κίνημα. Έτσι, το γερμανικό προλεταριάτο εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην πολιτική σκηνή ως ένα ακραίο δημοκρατικό κόμμα. Με αυτόν τον τρόπο, όταν ιδρύσαμε μια μεγάλη εφημερίδα στη Γερμανία, το λάβαρό μας καθορίστηκε αυτονόητα. Δεν θα μπορούσε να είναι τίποτε άλλο παρά μόνο εκείνο της δημοκρατίας, αλλά μιας δημοκρατίας η οποία τονίζεται παντού σε κάθε σημείο ο ειδικός προλεταριακός χαρακτήρας τον οποίο δεν θα μπορούσε να εγγράψει ακόμα μια για πάντα στο λάβαρό της. Αν δεν θέλαμε να το κάνουμε, αν δεν θέλαμε να αναλάβουμε το κίνημα, να μείνουμε σ’ αυτό που ήδη υπάρχει, στην πιο προηγμένη, πραγματικά προλεταριακή πλευρά και να το προχωρήσουμε περαιτέρω, τότε δεν έμενε τίποτα άλλο να κάνουμε, εκτός από το να κηρύττουμε τον κομμουνισμό σε ένα μικρό επαρχιακό φύλλο και να ιδρύσουμε μια μικρή αίρεση αντί για ένα μεγάλο κόμμα της δράσης. Αλλά είχαμε ήδη καλομάθει για παίξουμε τον ρόλο του ιεροκήρυκα στην έρημο. Είχαμε μελετήσει τους ουτοπιστές πάρα πολύ καλά και ούτε είχαμε συντάξει το πρόγραμμά μας για τον σκοπό αυτό.»[30]

Κομμουνιστής κατά τον Ένγκελς δεν είναι εκείνος που προτιμά να στήνει σέχτες, ή αιρέσεις ομοϊδεατών, οι οποίοι ικανοποιούνται με την ιδεολογική καθαρότητα του προγράμματός τους, ή των θεωρητικών τους αναζητήσεων. Αυτές οι λογικές ανήκουν μόνο σ’ εκείνους που προτιμούν να κάνουν κηρύγματα στην έρημο, που νιώθουν ασφάλεια στην κλειστή ομάδα των «δικών τους» μακριά από τις δοκιμασίες της αληθινής ζωής του κινήματος. Κομμουνιστής είναι αυτός που λειτουργεί καταλυτικά στον ήδη υπάρχων, στο υφιστάμενο κίνημα της μάζας, του λαού, των εργαζομένων στη βάση των πιο άμεσων καθηκόντων και αιτημάτων που η ίδια η κατάσταση των λαϊκών και εργαζόμενων στρωμάτων αναδεικνύει αντικειμενικά. Όπως για τον Ένγκελς και τον Μαρξ την εποχή εκείνη ήταν αυτονόητο ότι θα λειτουργούσαν μέσα στο δημοκρατικό κίνημα και ότι η δημοκρατία στην ανώτερή της μορφή, που εξασφαλίζει πλήρως τα δικαιώματα του εργαζόμενου λαού και την κυριαρχία του, θα αποτελούσε το άμεσο πρόγραμμά τους, έτσι και σήμερα.

Για τους κομμουνιστές που αντλούν την συγκρότησή τους και την ιδεολογία τους από τους κλασικούς του επιστημονικού σοσιαλισμού, δεν θα μπορούσαν παρά να παλεύουν για ένα αληθινά παλλαϊκό κίνημα στην βάση ενός πατριωτισμού που διεκδικεί την χώρα, την Ελλάδα για τον λαό της. Και παλλαϊκό κίνημα, για να θυμηθούμε τον Λένιν, «δεν πρέπει να εννοούμε καθόλου ένα κίνημα που – στις συνθήκες της αστικοδημοκρατικής επανάστασης – θα είναι αλληλέγγυα μ’ αυτό ολόκληρη η αστική τάξη, ή έστω και η φιλελεύθερη αστική τάξη. Έτσι βλέπουν το ζήτημα μόνο οι οπορτουνιστές. Όχι. Παλλαϊκό είναι το κίνημα που εκφράζει τις αντικειμενικές ανάγκες όλης της χώρας και κατευθύνει όλα τα σκληρά χτυπήματά του ενάντια στις κεντρικές δυνάμεις του εχθρού, ο οποίος εμποδίζει την ανάπτυξη της χώρας. Παλλαϊκό, είναι το κίνημα που το υποστηρίζει η συμπάθεια της τεράστιας πλειοψηφίας του πληθυσμού.»[31]

Όπως την εποχή του ΕΑΜ δεν μπορούσε να νοηθεί, ούτε μπορούσε να υπάρχει κομμουνιστής έξω από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, έτσι και σήμερα δεν μπορεί να νοηθεί, ή να υπάρξει κομμουνιστής έξω από την προσπάθεια να ενωθεί ο λαός και να οργανωθεί για το κορυφαίο εθνικό του καθήκον, την κατάκτηση της εξουσίας από τον ίδιο τον λαό με όρους εθνικής ανεξαρτησίας, αυτοδιάθεσης και κυριαρχίας. Όπως την εποχή που αναφέρει ο Ένγκελς, ο κομμουνιστής έπρεπε να αποδείξει την χρησιμότητά του στο πραγματικό προλεταριάτο κι όχι σ’ αυτό που είχε στο κεφάλι του, μέσα από την συνεισφορά του στον αγώνα για την δημοκρατία, αποδεικνύοντας δηλαδή πόσο βαθιά δημοκράτης είναι για τον εαυτό του, το κίνημα και την κοινωνία, έτσι και σήμερα. Ο κομμουνιστής σήμερα πρέπει να αποδείξει στον ίδιο τον λαό ότι είναι ο πιο δημοκράτης απ’ όλους και ο πιο πατριώτης απ’ όλους παλεύοντας χωρίς ανταλλάγματα, ή προϋποθέσεις για την εθνική και δημοκρατική αναγέννηση του λαού και της χώρας από την τυραννία και το σημερινό καθεστώς κατοχής.

Γι’ αυτό είναι κομμουνιστής, για να είναι άμεσα και πρακτικά χρήσιμος στον λαό του όταν αυτός ο τελευταίος τον έχει ανάγκη. Και τότε ο κομμουνιστής οφείλει να ανταποκριθεί χωρίς κανένα ενδοιασμό, χωρίς να βάζει το δικό του συμφέρον, ή την δική του ιδεολογική καθαρότητα πάνω από τις ανάγκες και τις πεποιθήσεις του ίδιου του λαού. Σ’ αυτό ακριβώς διαφέρει ο κομμουνιστής από οποιονδήποτε άλλο αγωνιστή. Είναι ταγμένος αδιαφιλονίκητα στην υπηρεσία του λαού του με τον πιο άδολο και ανυπόκριτο τρόπο χωρίς να προσδοκά σε κανενός είδους ανταμοιβή. Απ’ εκεί πηγάζει το αίσθημα αυτοθυσίας που τον διακρίνει και όχι από μια θεολογική προσήλωση σε ιδεολογίες και θέσφατα της θεωρίας.
   
Ο κομμουνιστής, καθώς οι πεποιθήσεις του βασίζονται σε μια βαθιά γνώση της ιστορικής εξέλιξης, γνωρίζει πολύ καλά ότι η κοινωνία δεν εκβιάζεται, ούτε θέτει στόχους που δεν είναι έτοιμη αντικειμενικά και υποκειμενικά να τους κατακτήσει. Κι επομένως δεν έχει κανένα άγχος να προσηλυτίσει κανέναν στην ιδεολογία του. Δεν είναι ιεροκήκυρας, ούτε ιησουίτης. Δεν νοιάζεται για οπαδούς, ούτε για πιστούς. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να βγει μπροστά ο λαός, οι εργαζόμενοι, οι καταπιεσμένοι. Όχι με τους δικούς του ιδιοτελείς όρους ιδεολογίας και πολιτικής, αλλά με τους όρους που κατανοεί και επιλέγει ο ίδιος ο λαός. 

Ο αληθινός κομμουνιστής σήμερα – τουλάχιστον εκείνος με την έννοια που του έδιναν οι ιδρυτές του επιστημονικού κομμουνισμού – δεν θα τον βρεις στα διάφορα κομματικά σουαρέ της αριστεράς. Δεν πρόκειται να τον βρεις μέσα στις γραμμές του ΚΚΕ να αποδέχεται την δική του προσωπική ταπείνωση και την μετατροπή του σε κοινό χούλιγκαν, υπό την δικτατορία της πιο ανάξιας και ύποπτης ηγεσίας που έχει υπάρξει σ’ ολόκληρη την ιστορία αυτού του κόμματος. Δεν πρόκειται να τον βρεις σε ομάδες και ομίλους θεωρητικής ενόρασης. Ο κομμουνιστής, ο αληθινός κομμουνιστής γνωρίζει πολύ καλά πώς η θεωρία που θεμελιώνεται στην επιστήμη γεννιέται μέσα από την ταξική πάλη, μέσα από την άμεση εμπλοκή σ’ αυτήν. Δεν υπάρχει θεωρία που να υπηρετεί την επιστήμη της ταξικής πάλης, η οποία μπορεί να γεννηθεί στα θεωρία ή στις κερκίδες από απλούς θεατές των εξελίξεων.

Τον αληθινό κομμουνιστή σήμερα θα τον βρεις μέσα στην καρδιά της μάχης, στον αγώνα των κινημάτων αυτοοργάνωσης του λαού και προπαντός μέσα στα μέτωπα λαϊκής και εθνικής ενότητας – όπως είναι σήμερα μόνο το ΕΠΑΜ - στην ίδια την πάλη για την δημοκρατία. Ο αληθινός κομμουνιστής δεν είναι ιεροκήρυκας, ούτε ιερομάντης για να τον νοιάζει ο προσηλυτισμός στο δικό του δόγμα. Παλεύει για να υπάρξει αληθινή δημοκρατία όπου ο λαός να εκφράζεται και να δρα απολύτως ελεύθερα. Παλεύει για την ελευθερία του ίδιου του λαού να καθορίζει ο ίδιος τις τύχες του και όχι κάποιος «πατερούλης» στο όνομά του. Κι αν δεν αποδείξει στα μάτια του ίδιου του λαού, στην ίδια την πράξη – ακόμη και με την ζωή του αν χρειαστεί – ότι είναι ο πιο συνεπής δημοκράτης που μπορεί να υπάρξει και στην ώρα του εθνικού κινδύνου είναι ο πιο συνεπής και αδάμαστος πατριώτης με την πιο μεστή λαϊκή έννοια που υπάρχει, τότε οφείλει να χαθεί μια για πάντα από το ιστορικό προσκήνιο. Να ποιος είναι ο αληθινός κομμουνιστής σήμερα.

Μόνο έτσι μπορεί να ξαναποκτήσει αληθινό νόημα, όχι για μια δράκα μυημένων επιπέδου μασονικής στοάς, αλλά μέσα στον ίδιο τον λαό ευρύτερα και πιο ειδικά στους εργαζόμενους, ή τόσο κατασυκοφαντημένη και απαξιωμένη ιστορική έννοια του κόμματος της εργατικής τάξης. Όλοι οι άλλοι που αυτολανσάρονται ως καθαρόαιμοι κομμουνιστές, ακόμη κι αν προσεύχονται στον Μαρξ ή στον Λένιν, δεν ανήκουν παρά στην θεολογική παράδοση του κομμουνισμού που όταν επιβλήθηκε στην κοινωνία δυστυχώς γέννησε τέρατα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ



[1] Ριζοσπάστης, Τρίτη 2 Απρίλη 2013.
[2] Αναφέρεται στο F. Funck-Brentano, Luther, London: J. Cape, Ltd., 1939, σ. 246.

[3] Αναφέρεται στο Pirke Aboth, The Sayings of the Jewish Fathers, New York: Random House, 1938, σ. 18.

[4] The Philosophical Works of David Hume, in four volumes, vol. III, Edinburgh: A. Black & W. Tait, 1826, σ. 302.

[5] Henri Bergson, The Two Sources of Morality and Religion, London: Macmillan & Co, 1935, σ. 193.

[6] F. M. Warren, Selections from Pascal, Boston: D. C. Heath & Co., 1906, σ. 44.
[7] Το απόσπασμα αυτό αναφέρεται στην τοποθέτηση του Μπουχάριν στο 6ο συνέδριο της ΚΔ και περιλαμβάνεται στα Στενογραφημένα πρακτικά του VI συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, τόμος Ι, Μόσχα-Λένινγκραντ: Κρατικό Εκδοτικό, 1929, σελ. 614.
[8] Β. Ι. Λένιν, Συζήτηση. Άπαντα, τ. 23, σελ. 54.
[9] Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, σ. 29.
[10] Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, σ. 15.
[11] Καρλ Μαρξ, Ο Κομμουνισμός και η Augsburg Allgemeine ZeitungK. Marx & F. Engels, Collected Works, vol. 1. New YorkProgress Publishers, 1975, σ. 220-221.
[12] Karl Rosenkranz, Über den Begriff der politischen Partei, Theodor Theile, 1843, σ. 13.
[13] Κ. Μαρξ & Φ. Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, τ. πρώτος, Αθήνα: Gutenberg, χ. χ., σ. 81-82.

[14] Κ. Μαρξ, Μισθός, Τιμή, Κέρδος, Αθήνα: Θεμέλιο, 1978, σ. 101-102.

[15] Κ. Μαρξ, “Γράμματα από τα Γερμανο-Γαλλικά Χρονικά”. KMarx & F. Engels,Collected Works, v. 3, Moscow: Progress Publishers, 1975σ. 144.

[16] KMarxSelected Writings (ed. by L. H. Simon), New York: Hackett Publishing, 1994σ. 124.

[17] Κ. Μαρξ & Φ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Αθήνα: ΣΕ, 1980, σ. 36.

[18] Ό. π., σ. 36-37.

[19] Ό. π., σ. 37.

[20] The Two Books of Francis Bacon of the Proficience and Advancement of Learning, Divine and Human, London: J. W. Parker & Son, 1852, σ. 195.
[21] Καρλ Μαρξ, Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου, Αθήνα: Παπαζήσης, 1978, σ. 85.
[22] Στο ίδιο.

[23] K. Μάρξ, “Γράμματα στα Γερμανο-Γαλλικά Χρονικά”. K. Marx & F. Engels,Collected Works, v. 3, Moscow: Progress Publishers, 1975, σ. 142.

[24] Κ. Μαρξ: Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου, Αθήνα, Παπαζήσης, 1978, σ. 85.
[25] Επιστολή του Φρ. Ένγκελς στη Λάουρα Λαφάργκ, 4/5/1891. K. Marx & Fr. Engels, Collected Works, vol. 49 (1890-1892) (London: Lawrence & Wishart, 2001),σελ. 186.
[26] Στο ίδιο.
[27] Αναφέρεται από τον Φρ. Ένγκελς, Εμιγκρέδικη ΦιλολογίαK. Marx & F. Engels:Collected Works, vol. 24, (1874 –1883). Moscow: Progress Publishers, 1989, σ. 27
[28] ο. π., σελ. 37
[29] N. Bukharin, Finance Capital in Papal Robes, New York: Friends of the Soviet Union, 1930, σ. 10-11.

[30] Fr. Engels, «Marx and the Neue Rheinische Zeitung (1848-49)», MECW, V. 26,σ. 120.
[31] Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τ. 22, σ. 294-95.

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Πάνω απο όλα ήταν αληθινός άνθρωπος και είχε αξίες.

Συναγωνίστριες και Συναγωνιστές,

Σαν αύριο ένας πολύ γενναίος  άνθρωπος που άκουγε στο όνομα Δημήτρης Χριστούλας, έδωσε τη ζωή του και χτύπησε όσο τίποτα άλλο το σάπιο σύστημα που μας κυβερνά.  Δεν έχει σημασία αν ήταν νέος ή γέρος, αν ήταν μορφωμένος ή αγράμματος, αν ήταν αριστερός η δεξιός. Πάνω απο όλα ήταν αληθινός άνθρωπος και είχε αξίες.
Αύριο λοιπόν  το απόγευμα (πιθανή ώρα 6 μμ), στην πλατεία Συντάγματος, στο σημείο που έδωσε τέλος στη ζωή του ο αείμνηστος Δημήτρης,  έξω από τα σκαλοπάτια της εισόδου του Μετρό,  θα συγκεντρωθούν όλοι όσοι θυμούνται τη θυσία του για να του αποδόσουν τον οφειλόμενο φόρο τιμής.
Το ΕΠΑΜ συμμετέχει στη σεμνή τελετή για να τιμήσει τον ήρωα και για το λόγο αυτό, καλεί όσα από  τα μέλη του μπορούν  να παραβρεθούν αυτήν την ώρα  στην απόδοση των τιμών.
Καθήκοντα  συντονισμού στο χώρο για τα μέλη μας θα έχουν τα μέλη της ΠΓ και του ΟΓ αντίστοιχα (Λ.Αποσκίτης-Σ.Νασοπούλου)
Για την Πολιτική Γραμματεία
Δημήτρης Κυπριώτης
 

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ ΤΟΥ Ε.ΠΑ.Μ.


Το 35ο Πανελλαδικό Συνέδριο της ΓΣΕΕ που διεξήχθη στην Αλεξανδρούπολη (21 έως τις 24 Μαρτίου 2013) τελείωσε με την εκλογή της νέας 45μελούς διοίκησης της Συνομοσπονδίας, αποτυπώνοντας για μια ακόμη φορά με τον πιο σαφή τρόπο, τον εκφυλισμό των εργατοπατέρων του συνδικαλιστικού κινήματος στην χώρα μας.

Πρώτα και κύρια  η απόφαση για την διεξαγωγή του συνεδρίου της ΓΣΕΕ στην όμορφη αλλά μακρυνή Αλεξανδρούπολη, μακρυά και έξω από τις ανάγκες του κινήματος της εργατικής τάξης, μακρυά από τα μεγάλα αστικά και βιομηχανικά κέντρα, φανερώνει πρακτικά και σημειολογικά,  την τεράστια απόσταση που χωρίζει τους μεγαλοσυνδικαλιστές της ΓΣΕΕ,  από τις πραγματικές ανάγκες των απλών εργαζομένων του μόχθου και της βιοπάλης.

Ίσως δεν είναι τυχαία η επιλογή της ακριτικής πόλης, αφού ως γνωστόν, εκεί στην Θράκη, ετοιμάζεται να δημιουργηθεί ειδική οικονομική ζώνη (ΕΟΖ) και γι’ αυτό ίσως ο κος Παναγόπουλος και η παρέα του επέλεξε την συγκεκριμένη περιοχή, αφού πρώτα μετέτρεψε τους εργαζόμενους σε «ωφελούμενους», θέλει να δείξει το δρόμο για την ΕΟΖ.

Η Συνομοσπονδία, απογυμνώνεται κι από τα τελευταία ίχνη κύρους ή αξιοπιστίας: πολυτελή....

διαμονή σε ξενοδοχεία 5 αστέρων, μη προσέλευση και  άδεια καθίσματα,  ενδοπαραταξιακές συγκρούσεις χωρίς αρχές ίσα για τις καρέκλες,  προσπάθειες νομιμοποίησης συνέδρων με παραβάσεις, χειραγωγήσεις και παρατυπίες στις εκλογές αντιπροσώπων. Ανάδειξαν περίτρανα, ακόμα μια φορά, την αδιαφορία των συνδικαλιστικών δυνάμεων του δωσιλογισμού για την καταστροφή που βιώνει ο λαός μας, την φιλοτομαρική νομή της όποιας εξουσίας τους αναγνωρίζει ακόμα το καθεστώς που υπηρετούν..

Η φαρσοκωμωδία που διαδραματίστηκε στις συνεδριάσεις κατέδειξε τον γραφειοκρατικό και υποταγμένο χαρακτήρα του παραταξιακού συνδικαλισμού, που κύριος εκφραστής του είναι οι ηγεσίες της ΓΣΕΕ και των μεγάλων Ομοσπονδιών, των Εργατικών Κεντρων.  Δεν κάνουν τίποτε άλλο από το  να εξυπηρετούν την μεγαλοεργοδοσία, και  να στρώνουν το χαλί στο δωσιλογικό καθεστώς.

Η επικράτηση της ΠΑΣΚΕ (34.52%-16 έδρες) έστω και με απώλειες, και η διατήρηση της ΔΑΚΕ στην 2η θέση (24.35%-11 έδρες), δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα στους εργαζόμενους. Κυβερνητικές  παρατάξεις του ξεπουλημένου κομματικού – συνδικαλιστικού παραγοντισμού, δεν θέλουν ούτε να οργανώσουν, ούτε να αγωνιστούν μαζί με τους εργαζόμενους Αντίθετα η παραμονή τους στην ηγεσία της ΓΣΕΕ, εξασφαλίζεται από την υπονόμευση κάθε  προσπάθειας συντονισμού της συνδικαλιστικής δράσης από τα κάτω, και με τη σειρά της υπονομεύει κάθε προσπάθεια ανατροπής της νεοκατοχικής κυβέρνησης και της πολιτικής των ευρωπαίων εταίρων της.

Η «Αυτόνομη Παρέμβαση» που πρόσκειται στον ΣΥΡΙΖΑ, (10,4%-5 έδρες) αυτοεγκλωβισμένη στη λογική της ανάθεσης και της αριστερής διακυβέρνησης παραπέμπει την λύση των εργατικών προβλημάτων στις ελληνικές καλένδες, Αδυνατεί να υπερβεί τον σκόπελο της ευρωζώνης και του ανήκομεν εις την Δύση και το ευρώ της κομματικής του γραμμής. Παρότι οι προτάσεις περί ενοποίησης ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ ακούγονται ενδιαφέρουσες, καταλήγουν σε «θεσμικό κρετινισμό»! Δεν επιτρέπουν να κατανοηθεί η αμεσότητα της ανάγκης αυτοοργάνωσης των εργαζόμενων από τα κάτω και δημιουργίας επιτροπών αγώνα σε κάθε τόπο δουλειάς χωρίς κομματικές-ιδεολογικές προκαταλήψεις και αποκλεισμούς.
Εμφανής είναι εξάλλου και έλλειψη εμπιστοσύνης  προς τους εργαζομένους για υιοθέτηση νέων μορφών αντίστασης και αιτημάτων.

Η ΔΑΣ (ΠΑΜΕ 22.22%-10 έδρες) συνεχίζοντας την «ταξική» ρητορική της στη «λαϊκή εξουσία και οικονομία», δηλαδή τον σοσιαλισμό του ΚΚΕ. Προσπαθεί να απαντήσει στις αγωνίες των εργαζομένων ισχυριζόμενη ότι «μόνο κάτω από την ηγεσία του ΠΑΜΕ μπορεί οι αγώνες να έχουν αποτέλεσμα». Η λογική της ανάθεσης, σε κομματικούς γραφειοκράτες και μηχανισμούς, σε όλο της το μεγαλείο. Η κομματική τους γραμμή οδηγεί τους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ μακριά από την εργατική τάξη και τις ανάγκες της.

Η πρωτοεμφανιζόμενη παράταξη ΕΜΕΙΣ, προϊόν της διάσπασης της ΠΑΣΚΕ (7.57%- 3 έδρες), αφού διαγωνίστηκε με την μητρική παράταξη για το ποιά είναι περισσότερο «αυθεντική», αρκέστηκε σε μια στείρα αντιπαράθεση με την ηγεσία της ΓΣΕΕ για την ποιότητα των προηγούμενων απεργιακών κινητοποιήσεων,  παραμένοντας μακριά από τις σύγχρονες ανάγκες και προτεραιότητες του συνδικαλιστικού αγώνα.

Το κεντρικό ψήφισμα που εκδόθηκε από το 35ο Συνέδριο δεν μπορούσε παρά να αποτελεί ένα ευχολόγιο κενό περιεχομένου, χωρίς αντίκρισμα. Ένα κείμενο αυτοϊκανοποίησης των συντακτών του!  Δεξιοί και αριστεροί γραφειοκράτες, αρέσκονται να καταγγέλλουν την εμμονή της Τρόικας και της Κυβέρνησης στα μνημόνια, αλλά  δεν  λένε κουβέντα για τη μετατροπή του ελληνικού κοινοβουλίου σε πρωτοκολλητή των αποφάσεων των ξένων κατακτητών! Διαμαρτύρονται  για την ανεργία και την διάλυση των δημοσίων υπηρεσιών και των κοινωνικών αγαθών, τις ιδιωτικοποιήσεις και τις εκποιήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων, αλλά αφήνουν στο απυρόβλητο όχι μόνο την «απελευθέρωση» των αγορών, αλλά κι αυτή ακόμα την κατάργηση της εθνικής μας ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας!
Καταγγέλλουν τη συνεχιζόμενη ύφεση και κρίση στην οικονομία, αλλά ούτε λόγος για το ευρώ και την ΟΝΕ που έχει μετατρέψει την χώρα μας σε δουλοπαροικία χρέους.

Κανένα εργατικό αίτημα, καμιά διεκδίκηση δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, αν δεν ανατραπεί εδώ και τώρα ολόκληρο το οικοδόμημα των συμφωνιών, δεσμεύσεων, παρεμβάσεων και μέτρων που πάρθηκαν ήδη από την εποχή του πρώτου μνημονίου. Δεν χωράνε επαναδιαπραγματεύσεις και «κουρέματα»! Μόνο η άρνηση αναγνώρισης και μονομερής διαγραφή του χρέους. Και γι αυτό δε λένε κουβέντα!

Αν αυτοί επενδύουν στην απόγνωση και την εξαθλίωση, εμείς επενδύουμε στην οργή και την αγανάκτηση. Με αυτοοργάνωση, και δημιουργία επιτροπών αγώνα σε κάθε τόπο δουλειάς, όπου όλοι οι εργαζόμενοι, χωρίς αποκλεισμούς θα μπορούν να συμβάλουν στον κοινό σκοπό: την ολοκληρωμένη προετοιμασία του αγώνα, δηλαδή συνελεύσεις, αποφάσεις, συντονισμός με άλλα σωματεία, σωστή ενημέρωση κ.λπ. Δεν γίνεται επιτυχημένη κινητοποίηση χωρίς την ολόπλευρη συμμετοχή των εργαζομένων στην οργάνωση και περιφρούρησή της! Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να απαλλαγεί το συνδικαλιστικό κίνημα από τους γραφειοκράτες, κυβερνητικούς, εργοδοτικούς και κομματικούς. Έτσι θα ξαναγίνουν τα συνδικάτα αποτελεσματικά όργανα πάλης των εργαζομένων, όπλα στα χέρια του αγωνιζόμενου λαού.

Ο αγώνας των εργαζομένων είναι αγώνας βαθύτατα πολιτικός, αγώνας εθνικός, αγώνας όλου του λαού. Γι αυτό το ΕΠΑΜ καλεί ολόκληρο τον λαό σε ταξικό – εθνικοαπελευθερωτικό ξεσηκωμό, ενάντια σε κάθε μορφή ξεπουλήματος της πατρίδας και σε κάθε «όρνεο» ντόπιο ή ξένο που καραδοκεί για να κατασπαράξει τα σωθικά της.
Τα προτάγματα της  μη αναγνώρισης και  μονομερούς διαγραφής του χρέους, το πέρασμα σε εθνικό-κρατικό νόμισμα και η στήριξή του με τον έλεγχο της κίνησης κεφαλαίων και την παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας, αποτελούν μονόδρομο για το εργατικό κίνημα, για  τον ελληνικό λαό, για την πατρίδα.

Το ΕΠΑΜ καλλιεργεί την λογική της Γενικής Πολιτικής Απεργίας διαρκείας. Άνθρωπο τον άνθρωπο, χώρο το χώρο δουλειάς, γειτονιά με γειτονιά, πρέπει να  αναδειχτεί η τακτική της λειτουργικής κατάληψης των μέσων και των χώρων εργασίας από τους ίδιους που τα δουλεύουν, σε όφελος του λαού και των οικογενειών τους, σαν βασική πλευρά του νέου εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα που οφείλουμε να δώσουμε στις σύγχρονες συνθήκες.

Όποιος πιστεύει ακόμη, ότι με το υπάρχον συνδικαλιστικό, κομματικό και πολιτικό κατεστημένο μπορεί να βρει λύση στα προβλήματά του, πλανάται πλάνην οικτρά. Όποιος σήμερα δεν αποτελεί μέρος της λύσης είναι μέρος του προβλήματος. Όποιος δεν συγκρούεται με την κατοχική δύναμη του χρέους και με το δοσιλογισμό όσων βάζουν την παραμονή της χώρας στο ευρώ και την ευρωζώνη, γίνεται είτε το αντιλαμβάνεται είτε όχι υπηρέτης των μνημονίων και όσων τα υπηρετούν

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

«Το πολιτικό τέρας και η Βασίλισσα Μερκιαβέλι»

 «Το πολιτικό τέρας και η Βασίλισσα Μερκιαβέλι»
«Η νέα γερμανική ισχύς στην Ευρώπη δεν βασίζεται στη δύναμη όπως στο παρελθόν. Δεν χρειάζεται όπλα για να επιβάλει την θέλησή της στις άλλες χώρες. Δεν χρειάζεται να εισβάλει, όμως είναι πανταχού παρούσα», γράφει ο γερμανός κοινωνιολόγος Ούλριχ Μπεκ στο νέο του βιβλίο «Γερμανική Ευρώπη», στο οποίο χαρακτηρίζει της Γερμανία «πολιτικό τέρας».

Σε συνέντευξή του στον «Guardian», ο Μπεκ υποστηρίζει ότι η Γερμανία προσπαθεί να δώσει ένα ηθικό μάθημα στην Κύπρο: «Ο πόνος εξαγνίζει. Ο δρόμος που περνά από την κόλαση, ο δρόμος που περνά από την λιτότητα, οδηγεί στον παράδεισο της οικονομικής ανάκαμψης», λέει, συνδυάζοντας τη σημερινή Γερμανία με τη βασισμένη στην προτεσταντική ηθική, φιλοσοφία του Λούθηρου και του Βέμπερ.

Σύμφωνα με τον Μπεκ, η κυριαρχία της Γερμανίας στην Ευρώπη έδωσε στη χώρα μια νέα αίσθηση ταυτότητας ύστερα από δεκαετίες ενοχών για τους Ναζί, απελευθερώνοντάς τη από αυτό που αποκαλεί «σύνδρομο του ποτέ πια» – ποτέ πια ολοκαύτωμα, ποτέ πια φασισμός, ποτέ πια μιλιταρισμός.

Ολα για τον Vergangenheitsbewältigung (που σημαίνει, σε ελεύθερη μετάφραση, αγώνα για συμβιβασμό με το παρελθόν) – ιδίως τον ναζιστικό. «Οι Γερμανοί δεν επιθυμούσαν πλέον να θεωρούνται ρατσιστές και πολεμόχαροι», λέει ο Μπεκ. «Προτίμησαν να γίνουν οι δάσκαλοι και οι ηθικοί διαφωτιστές της Ευρώπης».

Πριν από δύο δεκαετίες, «η Γερμανία μετά την επανένωση ήταν όπως η Ελλάδα σήμερα, με τελματωμένη οικονομία και πέντε εκατομμύρια άνεργους», γράφει ο «Guardian». Όμως, χάρη στη νεοφιλελεύθερη λιτότητα και την προτεσταντική αντίληψη ότι ο πόνος εξαγνίζει, οι Γερμανοί τα κατάφεραν. Σήμερα, λέει ο Μπεκ, η επανένωση της Γερμανίας χρησιμοποιείται σαν το μοντέλο της γερμανικής διαχείρισης κρίσεων στην Ευρώπη. Ως επικεφαλής της ισχυρότερης οικονομικής δύναμης της ηπείρου, η Άνγκελα Μέρκελ υπαγορεύει τους όρους με τους οποίους οι χώρες της ευρωζώνης λαμβάνουν χρηματική βοήθεια, διαβρώνοντας τη δημοκρατική αυτονομία της ελληνικής, της ιταλικής και της ισπανικής Βουλής. Ο Μπεκ την αποκαλεί «Μερκιαβέλι» – από τον Μακιαβέλι. Είναι η μη εστεμμένη βασίλισσα της Ευρώπης, η Βασίλισσα Μερκιαβέλι Α” της Ευρώπης, αναφέρει χαρακτηριστικά.

«Ηδη υπάρχει μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων, με τους ευρωπαίους πιονιέρους στην ευρωζώνη και τους υπόλοιπους, όπως η Βρετανία, να μην συμμετέχουν πραγματικά στην λήψη αποφάσεων. Ο Ντέιβιντ Κάμερον δεν συνειδητοποιεί ότι μετακινείται το κέντρο της ισχύος στην Ευρώπη αλλά αντίθετα επικεντρώνεται στην αποχώρηση από την Ευρώπη. Αυτό είναι αφροσύνη», αναφέρει.

Όπως είναι αναμενόμενο, σαν καλός Γερμανός που επιθυμεί να βάλει ένα τέλος στους ποταπούς εθνικισμούς, ο Μπεκ συνιστά στις δυνάμεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης να τερματίσουν την μη δημοκρατική βασιλεία της Βασίλισσας Μερκιαβέλι. Μέχρι σήμερα, η χρηματική βοήθεια είναι συνδεδεμένη με τη λιτότητα και τη νεοφιλελεύθερη μεταρρύθμιση. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι στο μέλλον πρέπει να συνδεθεί με την ετοιμότητα μιας χώρας να υποστηρίξει ένα νέο, πανευρωπαϊκό κοινωνικό συμβόλαιο που θα καταρτιστεί για να διασφαλίσει τις θέσεις εργασίας, να διευρύνει την ελευθερία και να προωθήσει τη δημοκρατία.

«Ενδεχομένως ακούγομαι απελπιστικά ουτοπιστής και αφελής. Γιατί όμως να μην είμαστε ουτοπιστές και αφελείς. Δείτε την εναλλακτική», τονίζει.

ΠΗΓΗ

Όρκος κατά της τυραννίας. – Ρήγας Βελεστινλής

Ο Καζάκης απαγγέλει τον ορκο κατα της τυραννίας απ’τον Θούριο του Ρηγα.

 http://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=8pxDxIsTXag

 


RHGAS1Ρήγας Βελεστινλής – Το τελικό κείμενο του Θούριου
Ως πότε παλικάρια, να ζούμε στα στενά,
μονάχοι σα λεοντάρια, σταις ράχαις στα βουνά;
Σπηλιαίς να κατοικούμε, να βλέπωμεν κλαδιά,
να φεύγωμ’ απ’ τον κόσμον, για την πικρή σκλαβιά;
Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τους συγγενείς;
Καλλιώναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνοι, σκλαβιά και φυλακή.
Τι σ’ ωφελεί αν ζήσεις, και είσαι στη σκλαβιά;
στοχάσου πως σε ψαίνουν, καθ’ ώραν στην φωτιά.
Βεζύρης, δραγουμάνος, αφέντης κι αν σταθής
ο τύραννος αδίκως σε κάμνει να χαθής.RHGAS
Δουλεύεις όλ’ ημέρα, σε ό,τι κι αν σε πη,
κι’ αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιη.
Ο Σούτζος, κι’ ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής
Γκίκας και Μαυρογένης, καθρέπτης, ειν’ να ιδής.
Ανδρείοι καπετάνοι, παπάδες, λαϊκοί,
σκοτώθηκαν κι’ αγάδες, με άδικον σπαθί.
Κι’ αμέτρητ’ άλλοι τόσοι, και Τούρκοι και Ρωμιοί,
ζωήν και πλούτον χάνουν, χωρίς καμμιά ‘φορμή.
Ελάτε μ’ έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν,
να κάμωμεν τον όρκον, επάνω στον σταυρόν.
Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν
να βάλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.
Οι νόμοι ναν’ ο πρώτος, και μόνος οδηγός,
και της πατρίδος ένας, να γένη αρχηγός.
Γιατί κ’ η αναρχία, ομοιάζει την σκλαβιά,
να ζούμε σαν θηρία, είν’ πλιο σκληρή φωτιά.
Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον ουρανόν
ας πούμ’ απ’ την καρδιά μας, ετούτα στον Θεόν.
Εδώ σηκώνονται οι πατριώται ορθοί,
και υψώνοντες τας χείρας προς τον ουρανόν,
κάμνουν τον όρκον.

Όρκος κατά της τυραννίας και της αναρχίας.
Ω βασιλεύ του κόσμου, ορκίζομαι σε σε,
στην γνώμην των τυράννων, να μην έλθω ποτέ.
Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ,
εις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.
Εν όσω ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός,
για να τους αφανίσω, θε νάναι σταθερός.
Πιστός εις την πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν,
αχώριστος για ναμαι, υπό τον στρατηγόν.
Κι αν παραβώ τον όρκον, ν’ αστράψ’ ο ουρανός,
και να με κατακάψη, να γένω σαν καπνός.

Τέλος του όρκου
Σ’ ανατολή και δύσι, και νότον και βοριά,
για την πατρίδα όλοι, νάχωμεν μια καρδιά.
Στην πίστιν του καθ’ ένας, ελεύθερος να ζη,
στην δόξαν του πολέμου, να τρέξωμεν μαζί.
Βουλγάροι κι’ Αρβανήτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,
Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινήν ορμή,
Για την ελευθερίαν, να ζώσωμεν σπαθί,
πως είμαστ’ αντριωμένοι, παντού να ξακουσθή.
Όσ’ απ’ την τυραννίαν, πήγαν στην ξενητιά
στον τόπον του καθ’ ένας, ας έλθη τώρα πλιά.
Και όσοι του πολεμου, την τέχνην αγροικούν
Εδώ ας τρέξουν όλοι, τυράνους να νικούν.
Η Ρούμελη τους κράζει, μ’ αγκάλαις ανοιχταίς,
τους δίδει βιό και τόπον, αξίαις και τιμαίς.
Ως ποτ’ οφφικιάλος, σε ξένους Βασιλείς;
ένα να γένης στύλος, δικής σου της φυλής.
Κάλλιο για την πατρίδα, κανένας να χαθή
ή να κρεμάση φούντα, για ξένον στο σπαθί.
Και όσοι προσκυνήσουν, δεν είναι πλιό εχθροί,
αδέλφια μας θα γένουν, ας είναι κ’ εθνικοί.
Μα όσοι θα τολμήσουν, αντίκρυ να σταθούν,
εκείνοι και δικοί μας, αν είναι, ας χαθούν.
Σουλιώταις και Μανιώταις, λιοντάρια ξακουστά
ως πότε σταις σπηλιαίς σας, κοιμάστε σφαλιστά;
Μαυροβουνιού καπλάνια, Ολύμπου σταυρ’ αητοί,
κι’ Αγράφων τα ξεφτέρια, γεννήστε μια ψυχή.
Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήσετε για μια,
και αίμα των τυράννων, ρουφήστε σα θεριά.
Του Σάββα και Δουνάβου, αδέλφια Χριστιανοί,
με τ’ άρματα στο χέρι, καθ’ ένας ας φανή,
Το αίμα σας ας βράση, με δίκαιον θυμόν,
μικροί μεγάλ’ ομώστε, τυράννου τον χαμόν.
Λεβέντες αντριωμένοι, Μαυροθαλασσινοί,
ο βάρβαρος ως πότε, θε να σας τυραννή.
Μην καρτερήτε πλέον, ανίκητοι Λαζοί,
χωθήτε στο μπογάζι, μ’ εμάς και σεις μαζί.
Δελφίνια της θαλάσσης, αζδέρια των νησιών,
σαν αστραπή χυθήτε, χτυπάτε τον εχθρόν.
Της Κρήτης και της Νύδρας, θαλασσινά πουλιά,
καιρός ειν’ της πατριδος, ν’ ακούστε την λαλιά.
Κι’ οσ’ είστε στην αρμάδα, σαν άξια παιδιά,
οι νόμοι σας προστάζουν, να βάλετε φωτιά.
Μ’ εμάς κι εσείς Μαλτέζοι, γεννήτ’ ένα κορμί,
κατά της τυραννίας, ριχθήτε με ορμή.
Σας κράζει η Ελλάδα, σαν θέλει σας πονεί,
ζητά την συνδρομήν σας, με μητρικήν φωνή.
Τι σκέκεις Παζβαντζιόγλου, τόσον εκστατικός;
τεινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αητός.
Τους μπούφους και κοράκους, καθόλου μην ψηφάς,
με τον ραγιά ενώσου, αν θέλης να νικάς.
Συλήστρα και Μπραϊλα, Σμαήλι και Κιλί,
Μπενδέρι και Χωτήνι, εσένα προσκαλεί.
Στρατεύματα σου στείλε, κ’ εκείνα προσκυνούν
γιατί στην τυραννίαν, να ζήσουν δεν μπορούν.
Γγιουρντζή πλιά μη κοιμάσαι, συκώσου με ορμήν,
τον Προύσια να μοιάσης, έχεις την αφορμήν.
Και συ που στο Χαλέπι, ελεύθερα φρονείς
πασιά καιρόν μη χάνεις, στον κάμπον να φανής.
Με τα στρατεύματά σου, ευθύς να συκωθής,
στης Πόλης τα φερμάνια, ποτέ να μη δοθής.
Του Μισιριού ασλάνια, για πρώτη σας δουλειά,
δικόν σας ένα μπέη, κάμετε βασιλιά.
Χαράτζι της Αιγύπτου, στην Πόλ’ ας μη φανή,
για να ψοφήσ’ ο λύκος, όπου Σας τυραννεί.
Με μια καρδιάν όλοι, μια γνώμην, μια ψυχή,
χτυπάτε του τυράννου, την ρίζα να χαθή.
Ν’ ανάψωμεν μια φλόγα, σε όλην την Τουρκιά,
να τρέξ’ από την Μπόσνα, και ως την Αραπιά
Ψηλά στα μπαϊράκια, συκώστε τον σταυρόν,
και σαν αστροπελέκια, χτυπατε τον εχθρόν.
Ποτέ μη σταχασθήτε, πως είναι δυνατός,
καρδιοκτυπά και τρέμει, σαν τον λαγόν κι’ αυτός.
Τρακόσοι Γγιρτζιαλήδες, τον έκαμαν να ιδή,
πως δεν μπορεί με τόπια, μπροστά τους να ευγή.
Λοιπόν γιατί αργήτε, τι στέκεσθε νεκροί;
ξυπνήστε μην είστε ενάντιοι κ’ εχθροί.
Πως οι προπάτορές μας, ορμούσαν σα θεριά,
για την ελευθερίαν, πηδούσαν στη φωτιά.
Έτζι κ’ ημείς, αδέλφια, ν’ αρπάξωμεν για μια
τ’ άρματα, και να βγούμεν απ’ την πικρή σκλαβιά.
Να σφάξωμεν τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν,
και Χριστιανούς και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν.
Στεργιάς και του πελάγου, να λάμψη ο σταυρός,
και στην δικαιοσύνην, να σκύψη ο εχθρός.
Ο κόσμος να γλυτώση, απ’ αύτην την πληγή,
κ’ ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την γη.

Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

4η Τακτική Σύνοδος του Εθνικού Συντονιστικού Συμβουλίου του Ε.Πα.Μ. Μάρτιος 2013

Πολιτική Εισήγηση του Γενικού Γραμματέα της Π.Γ. σ. Δ. Καζάκη
Συναγωνίστριες/στές,

Μιλώντας για το ζήτημα του πολιτικού σχεδιασμού τον οποίο αναπτύσσει το ΕΠΑΜ μπροστά στα προβλήματα και τα ζητήματα που αντιμετωπίζουμε, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι έχει μεγάλη σημασία να κατανοούμε σε ποια περίοδο, σε ποια ακριβώς συγκυρία βρισκόμαστε, έτσι ώστε να μπορούμε να προσαρμόσουμε την τακτική μας και τους τακτικούς μας στόχους με τον τρόπο ώστε να εξυπηρετούν την Ελληνική κοινωνία συνολικά και με βάση τα δεδομένα που έχουμε στην πορεία μπροστά μας.
Το σημαντικό εδώ είναι, πώς πρέπει να καταλάβουμε ότι είμαστε σε μια περίοδο καταιγιστικών εξελίξεων. Οι εξελίξεις αυτές δεν αφορούν μόνο την κυρίαρχη πολιτική, τον τρόπο που εφαρμόζονται ή επιβάλλονται οι πολιτικές στην κοινωνία, αλλά τον τρόπο που διαμορφώνεται συνολικά η κοινωνία στην Ελλάδα και όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και παγκόσμια.
Δεν είμαστε σε μια στατική περίοδο, δεν είμαστε σε μια περίοδο όπου είναι λίγο ως πολύ ομαλή η εξέλιξη του πολιτικού παιχνιδιού, αλλά και η κατάσταση της κοινωνίας. Και δεν είμαστε σε μία, ας το πούμε έτσι, ανώμαλη περίοδο μόνο για την Ελλάδα. Είμαστε γενικότερα σε μια παγκόσμια ανακατάταξη η οποία έχει δραματικές πλευρές και διαστάσεις.
Το λέμε αυτό γιατί είμαστε από τους λίγους, απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε, πολιτικούς....
σχηματισμούς που συζητάμε επί της ουσίας τον τρόπο κατανόησης της πραγματικότητας, έτσι ώστε να μπορούμε να τον ενσωματώσουμε στην πολιτική τακτική που πρέπει να έχει το Μέτωπο. Οι υπόλοιποι, όπως τουλάχιστον παρατηρούμε, συζητούν απλά με βάση τις δημοσιογραφικές εκτιμήσεις που υπάρχουν ή διατυπώνονται στα μεγάλα μέσα μαζικής ενημέρωσης, είτε στο εξωτερικό, είτε στο εσωτερικό.
Έχει μεγάλη σημασία να δούμε τι ακριβώς συμβαίνει, που βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή. Από τη μια έχουμε τη μετάβαση σε μια νέα παγκόσμια οικονομία. Δεν είναι η παγκόσμια οικονομία της παγκοσμιοποίησης. Βαδίζει ταχύτατα σε μια κατάσταση, όπως την έχουν ονομάσει τα δικά τους επιτελεία, πλανητικής οικονομίας. Αυτή η πλανητική οικονομία, που σαν νεολογισμός ή ιδεολόγημα θα αρχίσει να κυριαρχεί σε λίγο, διότι οι ακαδημαϊκοί τους κύκλοι, οι δημοσιογραφικοί τους κύκλοι, και όλοι αυτοί, θα αρχίσουν να την αναπαράγουν και να την κυκλοφορούν ώστε να μπορούμε να την εμπεδώσουμε, όπως κάνανε τις προηγούμενες δεκαετίες με τον όρο παγκοσμιοποίηση, τι είναι στην πραγματικότητα; Είναι η δυνατότητα να ρευστοποιηθούν όλες οι χώρες, όλα τα κράτη, το σύνολο των λαών, στην δίνη της παγκόσμιας οικονομίας.

Αν η παγκοσμιοποίηση ήταν ο πολιορκητικός κριός για να καταλυθούν σύνορα, οικονομικά και πολιτικά, εθνικές ρυθμίσεις και κράτη, η πλανητική οικονομία είναι η κατοχύρωση του ρόλου του ιδιώτη, όχι με την αρχαιοελληνική έννοια αλλά με την οικονομικο-πολιτική έννοια που παίρνει σήμερα στην παγκόσμια σφαίρα. Καταργείται η έννοια της κοινωνίας, όχι μόνο σε ένα επίπεδο κράτους ή μιας περιφέρειας που είχαμε μέχρι τώρα, αλλά σε πλανητικό επίπεδο. Δεν υπάρχουν κοινωνίες, δεν υπάρχουν κράτη, δεν υπάρχουν λαοί. Υπάρχουν ιδιώτες που η νομική τους προσωπικότητα είναι παρόμοια, είτε πρόκειται για θεσμικό επενδυτή που παίζει με ομόλογα και παράγωγα στη διεθνή αγορά, είτε για επιχειρηματία, είτε για ένα άτομο που απλά, το μόνο που έχει να δώσει στην αγορά είναι η εργατική του δύναμη.
Όλοι αυτοί οι ιδιώτες λειτουργούν με όρους συμβατικούς στην αγορά. Το μόνο που τους χαρακτηρίζει είναι η δυνατότητα ιδιωτικών συμβάσεων. Ο ιδιώτης ως επιχειρηματίας της εργατικής του δύναμης δεν κάνει τίποτε άλλο παρά μια σύμβαση με αυτόν που θα απασχολήσει την εργατική του δύναμη. Το ίδιο συμβαίνει με τον δανειστή προς τον οφειλέτη, με τον θεσμικό επενδυτή προς τον αγοραστή ή τον διακινητή ή τον μπρόκερ των ομολόγων και των παραγώγων. Αυτό κυριαρχεί.
Η ίδια η έννοια του εμπράγματου δικαίου όπως έχει γεννηθεί παραδοσιακά, που έχει να κάνει με πραγματικές σχέσεις ιδιοκτησίας, κατοχής, νομής και κυριότητας, ξεπερνιέται πλέον. Η ίδια η ιδιοκτησία αποκτάει άυλο χαρακτήρα, γίνεται κινητή αξία και αυτή εκφράζεται δια μέσου των τίτλων, είτε αυτοί είναι πιστωτικοί τίτλοι, είτε τίτλοι στην αγορά, είτε πλασματικό κεφάλαιο, είτε χρήμα. Όλα ρευστοποιούνται. Και όχι μόνο το παραδοσιακό κεφάλαιο, αλλά το σύνολο του πλούτου που παραδοσιακά παράγει η κοινωνία – το σύνολο: τα εισοδήματα, τα μέσα παραγωγής, τα καταναλωτικά μέσα, ο τρόπος που μπορεί να αξιοποιηθεί ο φυσικός πλούτος, τα πάντα μετατρέπονται σε κεφάλαιο και το κεφάλαιο αυτό μετατρέπεται σε κινητές αξίες οι οποίες μπορούν να αλλάξουν χέρια μέσα στην αγορά. Αυτή είναι η πλανητική οικονομία.
Ποιος ρυθμίζει αυτή την πλανητική οικονομία; Οι υπερεθνικοί μηχανισμοί και οργανισμοί σε συνδυασμό με τους πιο ισχυρούς κρατικούς κατασταλτικούς παράγοντες. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Σημαίνει την μετεξέλιξη της Ευρωζώνης σε μια νέα κατάσταση την οποία οι ίδιοι έχουν ονομάσει Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία. Μια Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία που δεν αναγνωρίζει πλέον Εθνικά Κράτη, ούτε καν τυπικά την εθνική τους κυριαρχία, όπως ήταν μέχρι σήμερα που την αναγνώριζε μεν, αλλά την περιόριζε, μέσω της συνθήκης της Λισσαβόνας, της συνθήκης του Μάαστριχτ, ή μέσω των κανονισμών και των ντιρεκτίβων της Ευρωζώνης.
Μπαίνοντας στην Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία καταλύεται η εθνική κυριαρχία και αντικαθίσταται με αυτόν τον νεολογισμό που ανακοίνωσε ο Μπαρόζο, με την «συλλογική κυριαρχία». Δηλαδή, όλα όσα ανήκουν στην ευρύτερη περιοχή της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας, είτε είναι η γη, ο αέρας, εμπράγματες ή μη εμπράγματες αξίες, βρίσκεται σε συλλογική κατοχή, δηλαδή ανήκει σε όλους τους Ευρωπαίους. Και ότι βρίσκεται σε συλλογική κατοχή έρχεται τελικά στην κατοχή του ισχυρού. Αυτού δηλαδή που έχει και τον ισχυρότερο τρόπο να επιβληθεί στα πράγματα.
Γι αυτό άλλωστε καταργείται η ίδια η έννοια της  εθνικής κυριαρχίας που περιέχει κανόνες δικαίου που προσπαθούν να εξισορροπήσουν την τυπική ισότητα και την τυπική ισονομία με την πραγματική ανισότητα. Ο φτωχός με τον πλούσιο μπορεί να έχουν τυπική ισότητα και ισονομία, δεν έχουν όμως πραγματική ισότητα και ισονομία, γι αυτό υπήρχαν τα εθνικά συστήματα δικαίου έτσι ώστε να μπορούν να υπάρχουν κανόνες δικαίου που να εξισορροπούν, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, αυτό το μεγάλο έλλειμμα.
Σήμερα, μπαίνοντας στη διαδικασία της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας, η ίδια η έννοια της εξισορρόπησης δια μέσου των κανόνων δικαίου, που δεν έφτανε ποτέ, αλλά υπήρχε έστω και τυπικά, καταργείται. Δεν μπορείς να έχεις κοινωνική προστασία ή οποιονδήποτε άλλο τρόπο προστασίας. Είσαι ιδιώτης και πετυχαίνεις την αγορά δια μέσου της διαπραγμάτευσης του εμπορεύματος που μπορείς να διακινήσεις ή να ρίξεις στην αγορά, έστω και αν αυτό το εμπόρευμα είναι το τομάρι σου που προορίζεται να γδαρθεί. Σ’ αυτές τις συνθήκες, η Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά μετεξελίσσεται σε αυτό που λέμε Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία, το οποίο σήμερα ονομάζουν Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία εθνικών κρατών, για να μπορεί το νέο κρατικό μόρφωμα να ξεγελάσει τον κόσμο, ότι δίπλα στο νέο αυτό κρατικό μόρφωμα θα υπάρχουν τα παλιά κρατικά μορφώματα που είναι τα εθνικά κράτη.
Βεβαίως, ομοσπονδία και εθνικό κράτος είναι ασύμβατες έννοιες, εξαρχής, εξ ορισμού. Και το ξέρουμε πολύ καλά αυτό. Πώς το πετυχαίνουνε; Με τρεις τρόπους. Πρώτον, την επιβολή του δημοσιονομικού λεγόμενου προγράμματος σταθερότητας. Με αυτό τον τρόπο κανένα κράτος στην ευρωζώνη από την 1.1.2013 δεν έχει το δικαίωμα σύνταξης ούτε καν κρατικού προϋπολογισμού. Ο κρατικός προϋπολογισμός έχει περάσει στην αρμοδιότητα των ευρωπαϊκών οργάνων, αλλά και η εποπτεία των οικονομιών των κρατών-μελών έχει περάσει στην εποπτεία των ευρωπαϊκών οργάνων. Αυτοί αποφασίζουν, εσύ απλά εκτελείς εντολές. Κι αν δεν εκτελέσεις τις εντολές, ή οι εντολές αυτές δεν έχουν το απαιτούμενο αποτέλεσμα, τότε το κράτος   και ο λαός υπόκειται  σε μια σειρά από αυτοματοποιημένες ποινές, ρήτρες δηλαδή, που φτάνουν μέχρι το 1% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος της χώρας, διότι δεν εφαρμόζεις αυτά που σου λένε οι άλλοι.
Το δεύτερο είναι η λεγόμενη τραπεζική ένωση. Τραπεζική ένωση σημαίνει ότι οι τράπεζες πλέον δεν μπαίνουν υπό την δικαιοδοσία κανενός θεσμικού οργάνου σε εθνικό επίπεδο, ούτε καν του εισαγγελέα. Δεν μπορεί πια να υπάρχει πρόσβαση κανενός είδους στις τράπεζες. Οι τράπεζες ελέγχονται αποκλειστικά από τα ευρωπαϊκά όργανα, κυρίως από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Το τρίτο είναι βεβαίως η δημιουργία του λεγόμενου ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου. Ο ευρωπαϊκός δημόσιος χώρος είναι αυτό που θα υποκαταστήσει τον εθνικό πολιτικό χώρο κάθε κράτους, δηλαδή, για να συμμετάσχουν σε εκλογές σε ένα ή δύο χρόνια από τώρα και για να χρηματοδοτηθούν για τη συμμετοχή τους σε εκλογές είτε σε εθνικό, ή μάλλον σε τοπικό επίπεδο – το εθνικό καταργείται, γίνεται τοπικό-, είτε  σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα πρέπει να εντάσσονται τα πολιτικά κόμματα σε ευρωπαϊκές ομάδες του ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου, δηλαδή να έχουν ευρωπαϊκή ιδεολογία και ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Από αυτά τα κόμματα, σύμφωνα με τον κύριο Μπαρόζο, εξαιρούνται δύο κατηγορίες, οι λαϊκιστές και οι εθνικιστές. Το τι προσδιορίζει ως λαϊκιστές και εθνικιστές ο κ. Μπαρόζο, ο καθένας μπορεί να καταλάβει, αυτούς δηλαδή που αρνούνται την ισοπέδωση του έθνους-κράτους στο όνομα της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, της ευρωπαϊκής προοπτικής και όλα αυτά τα πράγματα. Γι αυτό, μόλις υπογραφούν οι νέες Συνθήκες, που όπως υπολογίζεται με βάσει τα ανακοινωθέντα από τον κύριο Μπαρόζο, αυτό θα γίνει γύρω στο 2015, θα καταργηθεί ακόμα και η εθνική ιθαγένεια και θα υποκατασταθεί με αυτό που σήμερα υπάρχει τύποις, αλλά στην ουσία δεν λειτουργεί ακόμα, την ευρωπαϊκή ιθαγένεια. Κι όποιος δεν δεχθεί να την πάρει, την ευρωπαϊκή ιθαγένεια, γιατί θα δοθεί βεβαίως όπως δημοκρατικά και αλληλέγγυα κάνουν πάντα οι Ευρωπαίοι, εθελοντικά, απλούστατα θα αποκλειστεί από την πολιτική δράση της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας, θα τεθεί δηλαδή εκτός νόμου.
Αυτή είναι η πορεία που έχουν προδιαγράψει. Βεβαίως για εμάς, μην ανησυχείτε, δεν θα μας απασχολήσουν όλα αυτά. Θα έχουμε διαλυθεί ως χώρα πολύ νωρίτερα. Και θα έχουμε κομματιαστεί πάρα πολύ νωρίτερα, πριν φτάσουμε στο σημείο να συζητήσουμε τα ζητήματα αυτά. Αυτή είναι η πορεία της χώρας μέσω του ξεπουλήματος και όλων αυτών των διαδικασιών που έχουν ξεκινήσει. Τι έχουνε κατορθώσει τώρα: με βάση τα δεδομένα, έχουμε δύο γενικά αντίρροπες τάσεις, που γεννιούνται από τις εξελίξεις. Η πρώτη τάση είναι, όσο προχωρούν οι διαδικασίες στον οδοστρωτήρα των αγορών με στόχο την πλανητική λεγόμενη οικονομία, τόσο πιο ανεξέλεγκτος, αδυσώπητος και αδίστακτος να γίνεται ο ανταγωνισμός στις κορυφές του συστήματος, για την παγκόσμια κυριαρχία, την αναδιανομή των σφαιρών επιρροής, τους τρόπους δηλαδή μεριδίων αγοράς. Και μάλιστα, όσο πιο αδίστακτος και αδυσώπητος θα γίνεται ο ανταγωνισμός, τόσο θα αυξάνεται η πιθανότητα μιας γενικευμένης πολεμικής σύγκρουσης, σε διεθνές επίπεδο, ακόμα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Βεβαίως, οι πολεμικές συγκρούσεις δεν είναι απαραίτητο να έχουν τον χαρακτήρα των παγκόσμιων αναμετρήσεων που γνωρίσαμε ιστορικά, καθώς, τον συγκεκριμένο χαρακτήρα τον πήραν επειδή το κράτος εξακολουθούσε να είναι πρωταγωνιστής των εξελίξεων. Σήμερα δεν είναι το κράτος πρωταγωνιστής των εξελίξεων, είναι οι διεθνείς δυνάμεις της αγοράς, όπως έχουμε ακούσει πολλάκις να μας λένε. Άρα, οι πόλεμοι γίνονται με νέους όρους, με όρους εμφυλίων σπαραγμών, θρησκευτικών αναμετρήσεων, διαλυμένων κοινωνιών, όπως το βλέπουμε παγκόσμια.
Και βεβαίως, πώς καταλαβαίνουμε ότι αυτό συμβαίνει σε πλανητικό επίπεδο; Από τα οπλικά συστήματα που παράγουν οι μεγάλες δυνάμεις για τον εαυτό τους και για την παγκόσμια αγορά. Αυτή τη στιγμή, ενώ έχει αυξηθεί τρομακτικά η παραγωγή οπλικών συστημάτων, δεν σπαταλάνε ποσά. Υπολογίζεται ότι κάθε δεύτερο εξάμηνο έχουμε διπλασιασμό του συνολικού στοκ οπλικών συστημάτων σε πλανητικό επίπεδο. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει υπερδιπλάσια ταχύτητα εξοπλισμού της ανθρωπότητας από τις παραμονές, τόσο του Πρώτου, όσο και του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Μόνο που τα οπλικά συστήματα αυτά που παράγουν σήμερα δεν είναι τόσο στρατηγικού τύπου, δηλαδή μεγάλα οπλικά συστήματα στρατηγικής σημασίας. Όχι, τώρα ειδικεύονται τώρα σε οπλικά συστήματα τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν με αυτονομία σε μικρά πεδία ή περιορισμένα πεδία μάχης αλλά ταυτόχρονα με εξαιρετικά μεγάλη βλητική ικανότητα, δηλαδή δύναμη πυρός. Για παράδειγμα, οι Αμερικανοί δεν ασχολούνται τώρα να μετεξελίξουν τα νέα καταδιωκτικά, νέας γενιάς. Τους ενδιαφέρει όμως εξαιρετικά η ρομποτική τεχνολογία π.χ. στα αεροσκάφη, τα λεγόμενα dromus, τα αεροσκάφη δηλαδή που είναι τηλεκατευθυνόμενα και μπορούν να δράσουν σε οποιοδήποτε πεδίο μάχης χρειάζεται.
Γιατί τα λέμε όλα αυτά; Γιατί ήδη έχει ξεκινήσει η πολεμική αναμέτρηση σε διεθνές επίπεδο. Μόνο που δεν γίνεται απευθείας αναμέτρηση ανάμεσα στους πόλους ισχύος, γίνεται με πιόνια. Είναι η πρώτη, ή μάλλον η δεύτερη μεγαλύτερη κλιμάκωση πολεμικών επιχειρήσεων που έχουμε στον πλανήτη Γη μετά τη μετασοβιετική εποχή, μετά την μεταπολεμική περίοδο, στην ουσία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πρώτη ήταν στη μετασοβιετική εποχή, δηλαδή στο γύρισμα του 90-91 που γινόταν ο χαμός, από τοπικούς πολέμους. Είμαστε στη δεύτερη περίοδο όξυνσης και είναι πολύ πιθανό το επόμενο χρονικό διάστημα, τα επόμενα ένα με δύο χρόνια ότι θα ξεπεράσει την περίοδο 90-91.
Η δεύτερη τάση είναι ότι όλο και περισσότερο θα αναγεννιέται κάτω από αυτές τις εξελίξεις το εθνικό ζήτημα για τους λαούς, όλους τους λαούς, που θα μετατρέπονται σε δουλοπάροικους των διεθνών αγορών. Και αν αυτό το εθνικό ζήτημα για τους λαούς δεν διεκδικηθεί στη βάση της δημοκρατίας με όρους κοινωνικής επανάστασης, είναι σίγουρο ότι θα γεννήσει εθνικούς και θρησκευτικούς πολέμους ακόμα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το εθνικό ζήτημα θα αναγεννηθεί έστω και αν αναγεννηθεί με όρους 17ου αιώνα, με όρους δηλαδή Τριακονταετούς πολέμου σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Και εδώ βεβαίως παίζει μεγάλο ρόλο το πώς τα λαϊκά κινήματα θα αντιδράσουν ακριβώς, εδράζοντας το εθνικό ζήτημα ξανά στο ζήτημα της δημοκρατίας, διεκδικώντας πάλι το κράτος τους με τον τρόπο που το διεκδικούσαν πάντα τα μεγάλα λαϊκά κινήματα, βεβαίως με νέους όρους σήμερα. Οι εξελίξεις στην Ελλάδα, μετά από τρία σχεδόν χρόνια επιβολής μνημονίων και δανειακών συμβάσεων μας έχουν φέρει σε μια κατάσταση, όπου οι λεγόμενες μνημονιακές δυνάμεις – εγώ θεωρώ ότι πιο σωστός επιστημονικά και πολιτικά αν θέλετε, είναι ο όρος κατοχικές δυνάμεις,  οι δυνάμεις δηλαδή της νέας κατοχής, είτε είναι οι δωσίλογοι είτε οι ξένοι αφεντάδες – κατάφεραν λοιπόν οι δυνάμεις αυτές να αλλάξουν ριζικά τη συνταγματική τάξη της χώρας, με τη βία, με εκτροπή, επιβάλλοντας ένα καθεστώς πλήρους ανομίας.
Αυτό το καθεστώς έχει αλλάξει τη συνταγματική τάξη πραγμάτων.  Δεν μπορούμε πλέον να  στηριχτούμε σε κανένα  θεσμικό πλαίσιο, σε καμιά διάταξη του υπάρχοντος συντάγματος.  Τι μένει μόνο;  Μένει η συνταγματική αναθεώρηση, να περάσουν δηλαδή αυτές τις αλλαγές, να τις αποτυπώσουν και σε  συνταγματικές διατάξεις. Επίκειται. Έχουν ανακοινώσει  ήδη ότι στις αρχές του καλοκαιριού  ξεκινάει η αναθεώρηση του συντάγματος.  Τι θα αναθεωρήσουν;  Θα σου αναθεωρήσουν το νόμο περί υπουργών – έτσι κι αλλιώς δεν τους χρειάζονται –  δεν θα έχει υπουργούς η νέα Ελλάδα, δεν υπάρχει θέμα, επαρχία θάμαστε, θα κλείσουν και μερικούς στη φυλακή, δεν τρέχει τίποτα, το παλιό πολιτικό προσωπικό το ξεφορτώνονται έχει παλιώσει πια. Αν δείτε την πολιτική συζήτηση που γινόταν στην κατεχόμενη  από τους ναζί Ελλάδα,  ήταν το άγριο κυνηγητό των παλιών πολιτικών οι οποίοι δεν συνεργάστηκαν με τους ναζί   και δέχτηκαν να την κοπανήσουν μαζί με τους βρετανούς.  Και έλεγαν τότε, να απαλλαγούμε από την πολιτική φαυλοκρατία του βρετανικού προτεκτοράτου και να μείνουμε, βεβαίως, γερμανικό προτεκτοράτο. Αυτή ήταν η λογική. Και τότε παιζόταν το ίδιο παιχνίδι όπως και τώρα, άρα λοιπόν δεν το χρειαζόμαστε. Με πρόφαση αυτό, θα βάλουν στο σύνταγμα όλες τις δεσμεύσεις που έχουν περάσει στο εσωτερικό δίκιο της χώρας. Να τις ενισχύσουν με συνταγματική ρήση και να σου πουν ορίστε, νάτο το σύνταγμα.
Ιδού ένα σενάριο το οποίο δεν είναι καθόλου φανταστικό. Φανταστείτε ότι γίνεται ένα μπαμ εκλογικό, όποτε κι αν γίνουν αυτές οι εκλογές, και βγαίνει μια πολύ ισχυρή αντιμνημονιακή πλειοψηφία. Και μάλιστα πιέζοντας ο κόσμος – ας πούμε το καλύτερο δυνατό σενάριο –  πιέζοντας ο κόσμος από κάτω και με την αγανάκτηση ανατρέπονται και οι υπάρχουσες ηγεσίες των αντιμνημονιακών κομμάτων και βγαίνουν κάποιες αντιμνημονιακές ηγεσίες οι οποίες είναι ξεκάθαρες και απέναντι και στο ζήτημα της διαγραφής του χρέους και στο ζήτημα της εξόδου από το ευρώ. Και φτάνουν σε μια μεγάλη πλειοψηφία. Είναι ικανή μια τέτοια πολιτική δύναμη να πάρει μια μεγάλη πλειοψηφία κάτω από τις συνθήκες που ζει ο λαός. Και φανταστείτε ποια θα είναι η αντίδραση. Θα βγει ο Πρόεδρος της δημοκρατίας και θα επικαλεστεί έκτακτες συνθήκες βαθύτατης εθνικής κρίσης η οποία έχει νομοθετηθεί από τον Άρειο Πάγο και από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Με αυτό το σκεπτικό των έκτακτων συνθηκών επιπέδου εθνικής κρίσης έχουν περάσει και έχουν αποδεχτεί τα μνημόνια τα Ανώτατα Δικαστήρια της χώρας. Υπάρχει νομική βάση δηλαδή. Και προφασιζόμενος, ή επικαλούμενος, με μεγάλο βαθμό αυθαιρεσίας που έχουν αποδείξει ότι τον έχουν και ερμηνεύοντας το άρθρο 11 και άρθρο 48 του συντάγματος, θα αρνηθεί να αποδεχθεί το αποτέλεσμα των εκλογών διότι στρατηγικές επιλογές της χώρας τίθενται εν’ κινδύνω και θα βάλει υπηρεσιακή ως οφείλει κυβέρνηση στην χώρα, που θα είναι από τους δικαστές αυτούς που έχουν νομολογήσει υπέρ του καθεστώτος της κατοχής, που είναι είτε ο πρόεδρος του Άρειου Πάγου ή ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Και θα καλέσει συμμάχους να τον βοηθήσουν στην αποκατάσταση της τάξης για να μην κινδυνεύσουν τα εθνικά στρατηγικά συμφέροντα της χώρας.
Όποιος νομίζει ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει υπό τις παρούσες συνθήκες, απλούστατα τρέφει αυταπάτες και μάλιστα άκρως επικίνδυνες αυταπάτες. Γιατί αυτά πρέπει να τα ξέρουμε για να μπορέσουμε να τα αντιμετωπίσουμε. Τι θα γίνει τότε; Αν ο κόσμος απλά πάει στις εκλογές για να εκφράσει την διαμαρτυρία του έστω με αυτό τον μαζικό τρόπο και βρεθεί ανοργάνωτος μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση; Τι ακριβώς θα συμβεί; Μια άγρια καταστολή λαϊκών διαδηλώσεων, που σε αυτές θα τον καλέσεις. Κατεβείτε κάτω στο Σύνταγμα να διαδηλώσουμε ρε παιδιά, μας πήραν τις εκλογές. Και θα κατέβει ο λαός και θα του αλλάξουν τα φώτα. Και όταν του αλλάξουν τα φώτα έτσι ανοργάνωτος που θα είναι, πιθανά να εκδηλωθεί κοινωνική εξέγερση άτακτου χαρακτήρα, όπως για παράδειγμα ένα φαινόμενο σαν τον Γρηγορόπουλο που είχαμε το 2008. Και τότε πολύ απλά η καταστολή θα γενικευθεί σε τέτοιο βαθμό, όπου βεβαίως θα υπάρξουν θύματα και βεβαίως ο ανοργάνωτος κόσμος θα ηττηθεί και θα γυρίσει σπίτι του.
Αυτό το σενάριο δεν είναι φανταστικό, το είπε ο Μητσοτάκης στην εκδήλωση για το βιβλίο του. Το ανέφερε μέσες άκρες. Και με την αριστερά απέναντι, η οποία βέβαια δεν αντέδρασε. Γιατί να αντιδράσει άλλωστε; Στο κόλπο είναι. Έτσι ή αλλιώς δεν έχει καμία διάθεση να συγκρουστεί σε αυτή την κατάσταση. Οπότε το να την απειλεί «ή θα σεβαστείτε τον νόμο - ποιο νόμο; - τον δικό μας νόμο,  τον νόμο της ανομίας, τον νόμο της ολιγαρχίας, ή απλούστατα θα σας θέσουμε εκτός νόμου». Το ‘πε ανοιχτά αυτό το πράγμα. Είναι πολύ απλό, είναι ένα σενάριο το οποίο είναι απόλυτα υπαρκτό.
Άρα έχει σημασία να δεις τι ακριβώς κάνεις και πως διαφοροποιείσαι σε σχέση με την πολιτική οργάνωση του κινήματος και πώς αντιδράς σε αυτή την μεθόδευση. Το πρώτο πράμα που πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι όλη αυτή η ανάλυση κατατείνει στο εξής βασικό συμπέρασμα. Ότι όλα αυτά σημαίνουν ότι πλέον δεν υπάρχουν θεσμικά περιθώρια μέσα στο υπάρχων κοινοβουλευτικό σύστημα όπως αυτό έχει διαμορφωθεί για τον λαό να διεκδικήσει το δίκιο του, να διεκδικήσει την χώρα του και να απαλλαγεί απ’ την κατοχή. Αυτό είναι η κατάκτηση 3 χρόνων συνθηκών κατοχής. Δεν ίσχυε αυτό στις 5 Μαΐου, στις 6 Μαΐου του 2010, ή την εποχή που έβγαιναν οι αυθόρμητες μάζες στις πλατείες και διεκδικούσαν ή εκδήλωναν την δυσαρέσκειά τους. Όμως τώρα ισχύει. Έχουμε φτάσει σε τέτοιο σημείο που κάλλιστα θα μπορούσαμε να δούμε την μέγιστη εκτροπή, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Γι’ αυτό και αυτοί προετοιμάζονται για την σύγκρουση, την θέλουνε την σύγκρουση. Αλλά με τους δικούς τους όρους.
Αφού πρώτα εκμαυλίσουν ή διαλύσουν κυριολεκτικά τον κοινωνικό ιστό της ελληνικής κοινωνίας και γονατίσει το μεγαλύτερο κομμάτι του ελληνικού λαού, που θα προσεύχεται στον Αλλάχ για ένα ξεροκόμματο. Δεύτερον θα διαλύσουν μέχρι τελευταίας μονάδας τις ένοπλες δυνάμεις, έτσι ώστε να μην είναι το αντίπαλο δέος σε μια τέτοια κίνηση καταστολής του ελληνικού λαού. Γιατί δεν τις ελέγχουν προς το παρόν. Και το τρίτο φυσικά να εξασφαλίσουν το ΜΠΛΟΚ το λεγόμενο συνταγματικού τόξου, δηλαδή τις πολιτικές δυνάμεις εκείνες που ορκίζονται πίστη στο υπάρχον πλαίσιο κοινοβουλευτισμού έστω και αν αυτό δεν έχει κανένα νόημα, δεν έχει κανένα αντίκρισμα. Δεν υπάρχει συνταγματική τάξη που να επιτρέπει έστω το στοιχειώδη δημοκρατικό διάλογο. Δεν λέω τίποτα το φοβερό.
Σε αυτά τα τρία μέτωπα κινείται συστηματικά το υπάρχον κατοχικό σύστημα και το έχει πετύχει, ως ένα βαθμό το έχει πετύχει. Το πρόβλημα είναι ότι έχει γονατίσει ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Αυτό το ξέρουμε και αναπτύσσονται και αντίστοιχα αντανακλαστικά. Συντηρητικά αντανακλαστικά στην συνείδηση του.  Όλο και πιο συχνά ακούμε «προκειμένου να έχω τα 100€ στάχτη και μπούλμπερη. Και η χώρα, και η οικογένεια και τα παιδιά και τα πάντα». Ακούγεται όλο και πιο έντονα. Αν θέλετε στα πιο συντετριμμένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας.
Το δεύτερο, βλέπουμε τι γίνεται στις ένοπλες δυνάμεις. Εκεί είναι το πιο κρίσιμο μέτωπο όπως εξελίσσεται αυτή την στιγμή, δεν έχει ολοκληρωθεί η διάλυση, πάνε όμως de jure και εκεί να τα διαλύσουν όλα. Και υπάρχει και το συνταγματικό τόξο. Εκεί πλέον έχουν ενταχθεί όλες οι πολιτικές δυνάμεις. Αυτό υποδηλώνει η παρουσία τους στον Μητσοτάκη. Αυτό υποδηλώνει και η παρουσία κάποιων από αυτούς έστω, στο Μέγαρο Μουσικής με τον Καραμανλή. Και αν προσέξατε, παρά το γεγονός ότι είχαμε τους ανεξάρτητους Έλληνες μαζί μας στην διαδήλωση,  ο Καμμένος την επομένη ή τρείς ημέρες μετά αναδιπλώθηκε. Εντάξει βλέπουμε και τον κύριο Καραμανλή με εκλογή απευθείας από τον λαό, να είναι μια πιθανή πρόταση.
Ας προσέξουμε τώρα, στο σενάριο που αναπτύχθηκε προηγουμένως, ας προσθέσουμε ορισμένα στοιχεία τα οποία είναι πολύ ενδιαφέροντα: Πρώτον, φανταστείτε μια συνταγματική αναθεώρηση,  που περιλαμβάνει απόδοση υπερεξουσιών στον πρόεδρο της Δημοκρατίας, αυτό δεν είναι τρομερό να το φανταστεί κανείς, αυτές τις υπερεξουσίες τις είχε με το αρχικό σύνταγμα μέχρι το ’75, τις αφαίρεσε η πρώτη αναθεώρηση του Ανδρέα Παπανδρέου, μεταφέροντάς τες στον πρωθυπουργό, θα τις επαναφέρουμε τώρα στον πρόεδρο της Δημοκρατίας ενισχύοντας τον παρεμβατικό του ρόλο υπέρ των στρατηγικών συμφερόντων του έθνους. Ποια είναι αυτά; Αυτά που ο ίδιος ερμηνεύει και ειδικά τα συμφέροντα που υπερασπίζεται.
Το δεύτερο: φανταστείτε αυτόν τον ίδιο τον προεδρικό θεσμό να τον εκλέγουν απ’ ευθείας από τον λαό, οπότε θα έχει και νομιμοποιητική βάση να είναι παντελώς αυθαίρετος. Δηλαδή να πει, ότι εφόσον με εξέλεξε εμένα ο Ελληνικός λαός, μπορώ να έρθω σε κόντρα ακόμα και με το πιθανό εκλογικό αποτέλεσμα που μπορεί να έχει μια εκλογική αναμέτρηση. Καταλαβαίνετε πόσο επικίνδυνα είναι όλα αυτά τα πράγματα και που πάμε;
Λοιπόν, σ’ αυτές τις συνθήκες, αν ο λαός είναι ανοργάνωτος το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να οδηγηθεί σε μια άτακτη κοινωνική έκρηξη, που θα πνιγεί από πρωτοφανή καταστολή με την συνεπικουρία των εταίρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ. Ένα τέτοιο σενάριο βεβαίως δεν είναι επιστημονικής φαντασίας, το ξανάπαμε.
Καταλαβαίνουμε όλοι πόσο σημαντικά είναι όλα αυτά; Στον τρόπο δηλαδή που κατανοούμε τα πράγματα; Και άρα το ζήτημα τακτικής που πρέπει να ακολουθήσει το μέτωπο, ο λαός, το λαϊκό κίνημα συνολικότερα;
Καταλαβαίνουμε τι σημασία έχει η προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα μπλοκ συνταγματικού τόξου και άρα η προσπάθεια να το διαλύσεις αυτό το μπλοκ;
Καταλαβαίνουμε γιατί δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους πολιτικής συνεργασίας με κανένα κόμμα ή πολιτική δύναμη που σήμερα δεν αποδέχεται το στόχο της συντακτικής εθνοσυνέλευσης, ο οποίος μπορεί να κατακτηθεί μόνο μέσα από μια πολιτική απεργία διαρκείας του ίδιου του λαού; Και πόσο ριζικά επανατοποθετεί το θέμα ακριβώς αυτό το ζήτημα; Και άρα δεν μπορείς να πας σε κανενός είδους συνεργασία σε μερικότερα ζητήματα, από αυτό το θέμα. Αυτή σου είναι η κόκκινη γραμμή στις σημερινές συνθήκες.
Καταλαβαίνουμε λοιπόν γιατί επιμένουμε ότι η μόνη ενότητα που μπορεί να κατακτηθεί σήμερα και να είναι υπέρ του λαού είναι μόνο εκείνη που μπορεί να κατακτηθεί από τα κάτω, στο επίπεδο της γειτονιάς, της δουλειάς και των κινημάτων, δηλαδή του πεζοδρομίου. Στο επίπεδο αυτό, είμαστε και πρέπει να είμαστε ανοικτοί προς όλους, χωρίς καμιά διάκριση χωρίς κανέναν αποκλεισμό αρκεί να αναδεικνύονται τα κοινά λαϊκά αιτήματα και οι δράσεις πάνω στα οποία συγκροτούμε αυτή την ενότητα. Δεν έχει καμία σημασία από πιο πολιτικό ή κομματικό χώρο προέρχεται αυτός που εντάσσεται στην δράση, εκεί είμαστε ανοιχτοί.
Και αυτό μπορεί να γίνει διότι σήμερα, δεν υπάρχουν κομματικά στεγανά στην Ελληνική κοινωνία, ούτε ο λαός διαχωρίζεται από κομματικά τείχη.  Δεν πρέπει να ερμηνεύουμε την κατάσταση όπως την ερμηνεύαμε τα παλιότερα χρόνια, δηλαδή, εφ’ όσον για παράδειγμα ο Σύριζα έχει 27%, για να πλησιάσουμε στο το 27%, θα πρέπει να πάμε από τα πάνω προς τα κάτω, όχι, ακριβώς το ανάποδο, γιατί αυτό το 27% δεν το έχει, και δεν το έχει κατοχυρώσει ούτε καν εκλογικά, και δεν φαίνεται μόνο και είμαστε στις γειτονιές, ξέρουμε πολύ καλά τι συμβαίνει, ξέρουμε ποιες δυνάμεις είναι και δεν είναι, ή ποιό κόσμο μπορεί να παρασύρει ή δεν μπορεί να παρασύρει ο κάθε κομματικός μηχανισμός. Αυτή την στιγμή κομματικά τείχη δεν υπάρχουν ούτε καν στην εκλογική βάση του ΚΚΕ. Ούτε καν. Κι εκεί καταρρέει το σύμπαν. Άρα έχουμε δυνατότητα να ασκήσουμε πολιτική ενότητας από τα κάτω  προς τα πάνω και με στόχο να διαλύσουμε τους μηχανισμούς. Όχι να μας υιοθετήσουν ή να τους υιοθετήσουμε.
Η συντριπτική πλειοψηφία της εκλογικής βάσης όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων δεν νοιώθει καμιά υποχρέωση να ψηφίσει το κόμμα της επειδή δήθεν ανήκει σε αυτό. Αυτό έχει ξεπεραστεί  για το 60 – 70 % του εκλογικού σώματος ή της κοινωνίας. Ψάχνει και ψάχνεται για πολιτική έκφραση. Μεγάλο ποσοστό της κοινωνίας, 70 – 80 % σύμφωνα με τις κοινωνικές μετρήσεις – όχι τις δημοσκοπήσεις, με τις κοινωνικές μετρήσεις, αυτές κοιτάμε, που δεν δημοσιοποιούνται, που όμως μετράνε τις τάσεις μέσα στην Ελληνική κοινωνία – δεν εκφράζεται από την σημερινή επίσημη πολιτική εκπροσώπηση, το λέει η ίδια, και δεν θέλει αυτή την κυβέρνηση, δεν θέλει αυτές τις πολιτικές, κτυπιέται με αυτές τις πολιτικές, αλλά το ίδιο ποσοστό σου λέει πως δεν θέλει να πάει σε εκλογές.
Προσέξτε μια αντίφαση: 70 – 80% του Ελληνικού λαού στις κοινωνικές μετρήσεις σου λέει δεν με εκφράζει αυτό το πολιτικό σύστημα, δεν με εκφράζει αυτή η κυβέρνηση, δεν με εκφράζει αυτή η πολιτική, δεν τρέφω αυταπάτες για τον βιασμό που μου κάνουν ή που θα συνεχίσουν να μου κάνουν, το ξέρω, αλλά όταν μπαίνει το ερώτημα « να πάμε σε εκλογές;» το ίδιο περίπου ποσοστό, 70 με 80% λέει όχι!  Γιατί; Γιατί ξέρει ότι από αυτού του τύπου τις εκλογές δεν θα βγει αποτέλεσμα. Το ψυχανεμίζεται, το αισθάνεται.
Σε όλα αυτά που συμβαίνουν, δεν έχει αντιταχθεί κανένα απολύτως κόμμα της αντιπολίτευσης. Κανένα απολύτως. Κανένα από τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν ασχολείται με το να αναλύσει την κατάσταση και να χαράξει πολιτική, με βάση τις πιο επείγουσες ανάγκες του λαού και της χώρας. Συζητάνε και πολιτεύονται λες και έχουμε περιθώρια χρόνου. « Θα βγάλουμε μια φορολογική μεταρρύθμιση και σε δύο χρόνια που θα έχουμε βρει τα λεφτά, με την φορολογική μεταρρύθμιση, θα προχωρήσουμε περαιτέρω. Και δεν έχουν πάρει υπόψη τους ότι κάθε μήνας που περνάει αυτή την στιγμή σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, ένα 10% του Ελληνικού πληθυσμού καταλήγει κάτω από το όριο της φτώχιας. Τι σημαίνει αυτό; Το καταλαβαίνουμε όλοι. Την εξάρτηση από το συσσίτιο, την εξάρτηση από την φιλανθρωπία, από την ελεημοσύνη, το στίγμα, την κοινωνική συνείδηση επαίτη, και βεβαίως τη δημιουργία ενός κεντρικού κινήματος που μπορεί να σου βγάλει και το φασιστικό φαινόμενο κυρίαρχο στην Ελλάδα.
Αλλά δεν τρέχει τίποτα, έχουμε περιθώρια, εμάς πιέζει η ιστορία; Το κράτος να είναι καλά να μας τα ρίχνει να κάνουμε πολιτική. Καμία ανάλυση για το επείγον της κατάστασης. Για το πόσο επείγουσα είναι η ανάγκη να ξεμπλοκάρει ο λαός να γλυτώσει από το σφαγείο, να περιοριστούν τα θύματα βρε αδερφέ. Πολιτεύονται λοιπόν τα κόμματα της αντιπολίτευσης στα τυφλά, ακλουθώντας απλά τις συνέπειες των πολιτικών που εφαρμόζονται.  Κάνουν πολιτική συνεπειών. Διαχειρίζονται συνέπειες των πολιτικών δεν επεμβαίνουν στην κατεύθυνση δεν ανοίγουν μέτωπα σχετικά με τους όρους που αναπαράγεται η σημερινή κατάσταση.
Εδώ έχει πολύ ενδιαφέρον να πούμε, ότι τα πολιτικά αυτά κόμματα και ιδιαίτερα εκείνα τα οποία ήδη από την αρχή της κρίσης, επέμεναν περί, «παγκόσμιας κρίσης», «διεθνούς κρίσης» και ότι «στο παγκόσμιο επίπεδο αυτό, δεν πρέπει να καθόμαστε στο εθνικό επίπεδο και να χάνουμε τον μπούσουλα, ας πούμε με τα της «επαρχίας Ελλάς». Αυτά τα κόμματα δεν ασχολούνται καθόλου, με το πως εξελίσσεται η παγκόσμια κρίση. Και ο λόγος είναι απλός. Έχοντας χάσει τον ορίζοντα του εθνικού και λαϊκού συμφέροντος, δεν το ξέρουν αυτό πιο είναι, δεν ασχολούνται με αυτούς τους όρους, έχουν χάσει και τον διεθνή ορίζοντα των εξελίξεων και το μόνο που κάνουν είναι να αναπαράγουν τους κεντρικούς τίτλους των ειδησεογραφικών πρακτορείων, τίποτα περισσότερο. Αυτή είναι η ανάλυσή τους. Και τα προσδιορίζουν με βάση τα πρόσημα που βάζουν, αν είναι αριστερά, ή επαναστατικά, ή κουμουνιστικά, ταξικά ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο μπορεί να σκεφτεί ο νοσηρός εγκέφαλος των επιτελείων τους. Παπαγαλίζουν απλά την κυρίαρχη προβληματική που κυρίως έρχεται από το εξωτερικό. Βάζοντας βεβαίως τα δικά τους πρόσημα στη δική τους ανάλυση, τα  ντύνουν έτσι όμορφα και το πλασάρουν ως αριστερή, δεξιά οτιδήποτε ανάλυση.
Να δούμε ποια είναι η κατάσταση αυτή την στιγμή του επίσημου κομματικού συστήματος. Πρώτον, το ΚΚΕ πνέει τα λοίσθια.  Αυτή την στιγμή έχει φτάσει σε μια τελική φάση, όποιος έχει παρακολουθήσει την πορεία του γνωρίζει πάρα πολύ καλά, είναι ένα ερείπιο που προέρχεται από μια άλλη προηγούμενη ιστορική περίοδο, δεν κατόρθωσε ποτέ να σταθεί στα πόδια του, και τώρα βρίσκεται στην πιο ταπεινωτική κατάσταση που έχει βρεθεί ποτέ πολιτικό κόμμα αντίστοιχης ιδεολογίας και πρακτικής. Διαλύεται στα εξ ων συνετέθη. Το δυστύχημα με αυτού του τύπου τα κόμματα είναι το εξής: ότι κάνουν την μεγαλύτερη ζημιά ακριβώς στην πορεία διάλυσής τους. Εκεί κάνουν τη  χειρότερη και τη μεγαλύτερη  ζημιά.
Έχει ανοικτά υιοθετήσει και  αποτελεί πρότυπο θα έλεγα των πολιτικών δυνάμεων, που έχει ανοιχτά υιοθετήσει  την ταξική λογική του κοινωνικού περιθωρίου. Αυτό που λέγαμε προηγουμένως: «το ξεροκόμματο και να πάει να χαθεί η χώρα».  Αυτού του τύπου η «ταξική» ανάλυση, είναι η αντιταξική ανάλυση του ΚΚΕ. «Δεν με ενδιαφέρει η πατρίδα, δεν με ενδιαφέρει το εθνικό καθήκον, το πατριωτικό καθήκον απ΄ την σκοπιά του λαού ή των ασθενέστερων στρωμάτων. Με ενδιαφέρει ο καπιταλισμός. Δηλαδή, να έχω ένα μεροκάματο και δουλειά και από κει και πέρα όλα τ’ άλλα, ποσώς με ενδιαφέρει διότι αυτά εντάσσονται σ’ αυτή τη γενική έννοια που μπορούμε να την περιγράψουμε ως καπιταλισμό, που βεβαίως τον καταλαβαίνει με όρους εγχειριδίου, δικού του εγχειριδίου, μην κάνουνε κανένα λάθος και του βάλουνε κανένα άλλο εγχειρίδιο, γιατί έχουν δικά τους εγχειρίδια, αυτό οφείλουμε να το ομολογήσουμε.
Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, βρίσκονται σε μια κατάσταση κι αυτοί βεβαίως κατάρρευσης, αυτό το βλέπουμε όλοι, αλλά με μια ιδιοτυπία. Από τη μια έχεις ένα ριζοσπαστικοποιημένο κόσμο απ’ τα κάτω ο οποίος έχει λίγο έως πολύ συνειδητοποιήσει και είναι λίγο ως πολύ κοντά στα προτάγματα τα δικά μας, του μετώπου δηλαδή, αλλά έπεσε στη λούμπα του κοινοβουλευτικού κρετινισμού.  Χωρίς να θέλουμε να πληγώσουμε, ή να θίξουμε τον οποιονδήποτε, κοινοβουλευτικός κρετινισμός είναι πολιτικός όρος που έχει καταγραφεί στην πολιτική επιστήμη από τον 19ο αιώνα. Δεν είναι βρισιά. Κοινοβουλευτικός κρετινισμός είναι το να εναποθέτεις τις τύχες σου σαν λαός, σαν κοινωνικό υποκείμενο, στις διαδικασίες εντός της βουλής και τελειώσαμε. Και έτσι τι έγινε; Εισέπραξαν αυτό που δεν ήθελαν, δηλαδή ένα κόμμα το οποίο αναπαράγεται στην κορυφή με τους ίδιους όρους και κανόνες  που αναπαράγεται το επίσημο πολιτικό σύστημα το οποίο έχει στρατευτεί στη λογική της κατοχής. Είναι τυχαίο το γεγονός  ότι έχεις βουλευτές εκεί μέσα που υποστηρίζουν τις Ειδικές Οικονομικές Ζώνες ενώ την ίδια ώρα στη Θράκη επάνω και αλλού, ΑΝΕΛ είτε που έχουνε φύγει είτε που βρίσκονται μέσα στο κόμμα τους είναι μαζί μας  στον αγώνα ενάντια στις Ειδικές Οικονομικές Ζώνες; Είναι τυχαίο ότι βουλευτές τους ψηφίζουν το ξεπούλημα των δημόσιων νησίδων της χώρας με την τροπολογία, την ίδια ώρα που πολύς κόσμος από εκεί διαδήλωνε ακριβώς ενάντια στο ξεπούλημα αυτής της χώρας; Είναι αυτή η αντιφατικότητα.
Από την άλλη μεριά, επειδή είναι προσωποπαγές – αυτό είναι προσωποπαγές κόμμα, το ότι «έτσι γουστάρει» ο αρχηγός και ότι  λέει είναι νόμος και δεν τον ψάχνει κανένας – αυτό που βλέπουμε είναι η προσπάθεια του να επιβιώσει, μιλώντας για τον Πάνο Καμένο, κατανοητό γι αυτόν αλλά δεν μας αφορά αυτό, ούτε τον ελληνικό λαό, με τον μόνο τρόπο που έχει μάθει πολιτικά να επιβιώνει. Δηλαδή διά του παλαιοκομματισμού, την τακτική δηλαδή της πολιτικής φαυλοκρατίας , όπως ακριβώς αυτό το πράγμα δούλεψε για χρόνια στο επίσημο πολιτικό σύστημα εξουσίας, εναλλαγής στην εξουσία και ταυτόχρονα κάτω από τα φτερά ξένης δύναμης και ξένων πρεσβειών. Εξ ου και  το γεγονός της στροφής του στο δολάριο. Βλέπει ότι ο κύριος Τσίπρας μάλλον προωθείται, για να μην πω το χουμε ξεφτιλίσει το θέμα από την Ουάσινγκτον μεριά και σου λέει «κάτσε να πάρω και εγώ μερίδιο. Κάτσε εγώ πού θα μείνω; Στον άσσο;».
Ο ΣΥΡΙΖΑ βεβαίως έκανε το καταπληκτικό. Έκανε κωλοτούμπα πριν πάρει την εξουσία. Το συνηθισμένο είναι να μας τάζουν λαγούς με πετραχήλια, να βγαίνουν στην κυβέρνηση και μετά να μας αλλάζουν τα φώτα. Εδώ έχουμε μια πρωτοτυπία, οφείλουμε να την αναγνωρίσουμε. Δεν  τάξανε βεβαίως ποτέ τίποτα. Σκορποχώρι ήτανε ως προς τις θέσεις και τις λογικές τους. Και βεβαίως έκαναν κωλοτούμπα και στο σκορποχώρι που είχανε. Και έχουνε προσχωρήσει σε αντιδραστικότατες πολιτικές  θέσεις και λογικές. Μιλάω για την ηγεσία. Βεβαίως πάσχει ακριβώς από το ίδιο πρόβλημα με τους ΑΝΕΛ. Δηλαδή ο κόσμος που τους ψήφισε δεν νιώθει καμιά υποχρέωση να τους ξαναψηφίσει. Εκτός από ένα κομμάτι που τρέφει την αυταπάτη ότι “βρε παιδί μου να το ψηφίσω κάτι θα μου λύσει”. Κολοκύθια! Θα βιώσουμε καταστάσεις οι οποίες είναι χειρότερες από την Κύπρο, εάν προκύψει κάτι τέτοιο.
Ποιο είναι το θέμα τώρα. Δεν είναι μόνο ότι ασκεί πολιτική τύπου Ζάππειο 1, Ζάππειο 2 του Σαμαρά, θυμηθείτε  πίσω τι έλεγε  ο Σαμαράς όταν ήταν αντιπολίτευση και πρότεινε Ζάππειο 1 Ζάππειο 2, αλλά ανοιχτά προσχώρησε στο στρατόπεδο το Αμερικανικό, μετατράπηκε σε κόμμα των Αμερικάνων, υιοθετώντας τις βασικές  στρατηγικές επιλογές για την Ευρώπη της Ουάσινγκτον.  Νέο σχέδιο Μάρσαλ. Ο πρώτος που το πρότεινε ήταν ο Μπρεζίνσκι το 2009 για την Ευρώπη. Μετά το σιγοντάρισε και το χρυσοπλήρωσε ο Σώρρος για να εμφανίζεται κάθε τρεις και λίγο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Δεύτερον Ευρωπαϊκή συνδιάσκεψη για το χρέος με ρυθμιστικό παράγοντα τους Αμερικανούς. Γι αυτό μας  φέρνουν το παράδειγμα του '53, όπου πλέον οι Αμερικανοί, καθ' ότι δεν έχουν χρέη Ευρωπαϊκά στα χέρια τους, τα έχουν ξεφορτωθεί, μπορούν να παίξουν ένα καθοριστικό ρόλο ενισχύοντας το δικό τους πολιτικό παιχνίδι μέσα στην Ευρωένωση δια μέσου μιας τέτοιας  κίνησης. Στρατηγική επιλογή η οποία διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον Μπερνάνγκι, ήδη από το 2010 για την Ευρώπη.
Αυτές οι λογικές, λογικές καθαρά Αμερικανικού πόλου, οι οποίες βεβαίως συνοδεύονται με όλα αυτά τα τραγελαφικά που βλέπουμε, ξαφνικά αγκαλιάστηκε με τον Καραμανλή και όλα αυτά τα πράγματα που υποδηλώνουν, ότι όσο αναπτύσσεται το λαϊκό κίνημα απ' τα κάτω – αυτό γίνεται με την οργάνωση που λέμε και την αυτοοργάνωση του κόσμου και που ο κόσμος δεν μπαίνει σε λογικές να περιμένει πότε θα του βγει ο Τσίπρας για να του λύσει το πρόβλημα, γιατί πιέζεται από την κατάσταση – τόσο η διάλυση αυτών των κομμάτων και η αποσάθρωσή τους θα γιγαντώνεται και θα διευρύνεται. Μπορούμε να εικάσουμε την πλήρη κατάρρευση του κομματικού συστήματος πριν καν προλάβουν να πάνε σε εκλογές για να εκτονώσουν κάπως την κοινωνική οργή. Έχουν όλα τα φόντα, όλα τα προσόντα για να γίνει αυτό.
Η πρόταση λοιπόν του ΕΠΑΜ και ο ρόλος του ΕΠΑΜ ποιος είναι;
Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τι ακριβώς είμαστε.
Έχουμε πει και όπως και το κάναμε, τουλάχιστον όσοι από εμάς είμαστε από την εποχή της ιδρυτικής, ότι είμαστε Ενιαίο Παλλαϊκό Μέτωπο και άρα αυτό δείχνει τη φιλοσοφία μας, να παίξουμε καταλυτικό ρόλο στην οργάνωση του λαού, γιατί πιστεύουμε ότι αυτός μπορεί να λύσει το πρόβλημα. Όχι εμείς αντ’ αυτού. Αυτός! Και άρα η βασική μας δουλειά είναι να τον βοηθήσουμε να κατανοήσει, να αφυπνιστεί, να οργανωθεί και να έχει τη δυνατότητα να τελειώσει. Να ξεκαθαρίσει τους ανοιχτούς ιστορικούς του λογαριασμούς με αυτό το καθεστώς που βιώνει από την εποχή της Βαυαροκρατίας σε διάφορες παραλλαγές και τον έχει οδηγήσει εκεί που το έχει οδηγήσει.
Αυτό είναι η θεμελιώδης ειδοποιός διαφορά που έχει το ΕΠΑΜ με όλα τα υπόλοιπα σχήματα που κυκλοφορούν αυτή τη στιγμή, πολιτικά, κοινωνικά, οτιδήποτε. Αυτό πρέπει να το κάνουμε συνείδηση, δεύτερη φύση στα μέλη του Μετώπου και στους φίλους του Μετώπου. Αυτό προκαθορίζει και το ποια θα είναι η τακτική μας. Με ποιο τρόπο απαντάμε στα ζητήματα αυτά. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε λοιπόν ότι ο ρόλος του ΕΠΑΜ δεν είναι να τρέχει ξοπίσω σε κάθε τι που συμβαίνει. Σκέφτηκε κάποιος κάτι, το ανάρτησε στο διαδίκτυο, όλοι από πίσω, αλλά να επιλέξει το κατάλληλο εκείνο πολιτικό σχέδιο που θα επιτρέψει να λειτουργήσει καταλυτικά στην αφύπνιση, στην οργάνωση και στην κινητοποίηση του ίδιου του λαού. Το πολιτικό σχέδιο του ΕΠΑΜ έχει ως κεντρικό πολιτικό στόχο τη δημιουργία προϋποθέσεων Γενικής Πολιτικής Απεργίας Διαρκείας. Αυτός είναι ο κεντρικός στόχος! Όχι γιατί μας αρέσει. Μας έχει επιβληθεί απ' τα  πράγματα με βάση το που βρισκόμαστε σ' αυτή τη φάση. Εάν δεν βοηθήσουμε τον ίδιο τον λαό με τη δική του οργανωμένη παρέμβαση, μέσα από μια Γενική Πολιτική Απεργία Διαρκείας να ανατρέψει το συγκεκριμένο καθεστώς, δηλαδή να διαλύσει την υφιστάμενη βουλή και να ανατρέψει την κυβερνώσα  παράταξη εμμέσως ή αμέσως, τότε λύση δεν μπορεί να υπάρξει.
Κάθε ενέργεια, κάθε πρωτοβουλία, κάθε δράση, κάθε απόφαση του μετώπου, των πυρήνων του και των μελών του πρέπει να υπηρετούν αυτόν τον κεντρικό πολιτικό στόχο. Η συνέπεια με την οποία τον υπηρετούμε τόσο με την οργανωτική μας δουλειά όσο και με την πολιτική μας δουλειά θα κρίνει και τη δυνατότητα ενοποίησης του. Δεν είναι ‘’Α! Έχω κι αυτόν το στόχο άλλα τρέχω κι εκεί που μου λένε ότι κάτι βγήκε, κάνω μια παράκαμψη και ξανάρχομαι μετά..’’. Η επιλογή και η συνέπεια στο δρόμο που ακολουθείς θα κρίνει το σε ποιο βαθμό , σύντομα το ταχύτερο δυνατό, θα μπορέσει ο λαός να απαλλαγεί από τον Αρμαγεδδώνα και το σφαγείο το οποίο του έχουν επιβάλλει.  Όποιος νομίζει ότι με το να παρακολουθεί ότι κινείται, ή να τρέχουμε σε ότι κινείται, ή προσπαθώντας και βάζοντας νερό στο κρασί του, να μπούμε σε μια διαδικασία συνδιαλλαγής με οποιονδήποτε μπας και κερδίσουμε κάποιο χώρο στο κοινοβουλευτικό πεδίο ή για οτιδήποτε τότε τι κάνουμε? Δημιουργούμε προϋποθέσεις ήττας για το λαό.
Πρέπει να βεβαιωθούμε, να πιστέψουμε,  πως η τακτική αυτή με βάση την ανάλυση που κάνουμε είναι ο ταχύτερος, ο συντομότερος δρόμος για να μπορέσει ο λαός να ξεμπερδέψει με αυτό  το καθεστώς. Όλα τα άλλα μας πάνε πολύ μακριά και μας οδηγούν στην ήττα. Το λαό οδηγούν στην ήττα!
Η πολιτική απεργία δεν είναι σύνθεση και αποκορύφωση συνδικαλιστικών απεργιών αυτό το χουμε πει. Είναι παλλαϊκή αντίσταση μικρομεσαίων, αγροτών, εργατών, φοιτητών, που ξεκινάει από το πιο απλό: παλλαϊκή παύση πληρωμών προς το κράτος. Ο στόχος είναι πολύ συγκεκριμένος και μονοσήμαντος, ένας στόχος :’’Να φύγετε όλοι και ο λαός να αναλάβει την εξουσία, να πάρει τη χώρα στα χέρια του, δεν μας ενδιαφέρει πως και με ποια ταχύτητα θα φύγετε, ποιο μέσο θα χρησιμοποιήσετε, δεν μας ενδιαφέρει. Τα κλειδιά της εξουσίας και φύγετε». Δεν συζητάμε για το αν θα πάρουν αυξήσεις τα μεροκάματα, εάν θα γίνουν ή θα παρθούν πίσω κάποιες πολιτικές, δεν συζητάμε αν θα πάμε σε κάποιες εκλογές, ή να υπάρξει τέλος πάντων μία συζήτηση περί άλλων εκλογικών διαδικασιών. Συζητάμε μόνο ένα πράγμα, τον τρόπο που θα ανατραπεί αυτή η κυβέρνηση.
Ακόμη και η συμμετοχή σε εκλογές του μετώπου, με τις πρωτοβουλίες και τα κινήματα που συμμετέχει έχει μόνο αυτόν τον στόχο και κανέναν άλλο. Πως: εγκαλούμε συστηματικά τις ηγεσίες της αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης να συνταχθούν με τα αναγκαία λαϊκά αιτήματα. Το κάνουμε όχι γιατί πιστεύουμε ότι μπορούν , το κάνουμε γιατί πιστεύουμε ότι μπορεί ο κόσμος να συνταχθεί, αυτός που έχει την αυταπάτη ακόμη ή που τέλος πάντων πιστεύει ότι μέσα από  μία ψήφο σε αυτούς μπορεί αυτό να βγάλει κάπου αλλού. Τις εγκαλούμε για κάθε ολίσθημα που κάνουν σε βάρος του λαϊκού κινήματος και δεν επιτρέπουμε σε κανέναν να θολώσει, ή να υπονομεύει τα αιτήματα και τα προτάγματα που απαιτούνται  σήμερα για να γλιτώσει η χώρα και ο λαός από το σφαγείο. Εδώ είμαστε ανελέητοι, δεν αφήνουμε καρφίτσα να πέσει κάτω. Ανοίγουμε μέτωπα, ασκούμε πολεμική σε οποιαδήποτε προσπάθεια τρικλοποδιάς μπει, είτε σε επίπεδο αιτημάτων, είτε σε επίπεδο πολιτικής τακτικής, είτε σε επίπεδο διάλυσης και διαλυτικών διαδικασιών μέσα στο κίνημα που ασκούν οι μηχανισμοί, οι συγκεκριμένοι κομματικοί μηχανισμοί.
Επίσης πρέπει να λειτουργούμε από τα κάτω, δηλαδή διαλύοντας τους κομματικούς μηχανισμούς και να διευρύνουμε ταυτόχρονα τον κύκλο επιρροής παρέμβασης του Μετώπου και κυρίως των κινημάτων, της δυνατότητας δηλαδή να στρατεύεται με αυτούς ο κόσμος στην οργανωμένη κινηματική δράση. Δεν δεχόμαστε να συμμετέχουμε σε συναντήσεις υψηλών διοικητικών παραγόντων των κομμάτων δεν μπαίνουμε σε διαβούλια κορυφής για να συζητήσουμε τι; Τις αλλαγές στόχων; Μόνο από τα κάτω, συνεργασία θα υπάρχει μόνο με εκείνους που συγχρωτιζόμαστε στο πεζοδρόμιο, που ξέρουμε πως κινητοποιούνται, που έχουν αποδείξει τον εκτοπισμό τους στο κίνημα που ξέρουμε πως μπορούμε να οικοδομήσουμε ειλικρινείς σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ μας. Φαντάσματα ή μιντιακές φούσκες δεν θα πριμοδοτήσουμε εμείς , δεν θα βάλουμε πλάτη , την πατήσαμε μία φορά, δεν πρόκειται να ξαναγίνει αυτό με τίποτα. Δεν θα βάλουμε πλάτη στον οποιοδήποτε για να πάρει εύσημα αντιμνημονιακότητας ή να μπορεί στην πλάτη μας, σε βάρος μας, ή αξιοποιώντας τη δική μας δουλειά μέσα στο κόσμο, τη συλλογική δουλειά, είτε αυτή είναι δουλειά αιτημάτων είτε δουλειά οργανωτική στις μάζες, να μπορεί να παίξει το δικό του παιχνίδι. Δεν θα ξαναγίνει αυτό.
Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι για να μπορέσει το ΕΠΑΜ, το Ενιαίο Παλλαϊκό Μέτωπο, να παίξει το ρόλο που του αρμόζει ή τον ρόλο για  τον οποίο έχει ιδρυθεί  και στη βάση του οποίου επεκτείνεται αυτή τη στιγμή σε ολόκληρη τη χώρα, είτε μέσα από τις δράσεις, τις  κινηματικές ή όχι, είτε μέσα από την οργανωμένη δουλειά μέσα από τους πυρήνες, το Επαμ θα πρέπει να γίνει μαζικό. Όλος ο λαός έχει θέση στο ΕΠΑΜ. Το ΕΠΑΜ δεν είναι ελιτίστικη οργάνωση. Δεν αναφέρεται μόνο σε επαγγελματίες ή όσους θεωρούν ότι είναι επαγγελματίες επαναστάτες. Το ΕΠΑΜ είναι η οργάνωση του απλού κόσμου, του μεροκαματιάρη που καταλαβαίνει ότι αν δεν πάρει την υπόθεση στα χέρια του δεν υπάρχει ζωή γι αυτόν. Έτσι προσπαθεί με χίλια ζόρια, αργά και βασανιστικά, να ξεμπερδέψει με αναστολές, με εμπόδια, με προβλήματα που μπορεί να έχει, συνειδησιακά ή με οτιδήποτε και αναζητά  τη συλλογικότητα και τη συλλογική δράση που θα τον βοηθήσει να τα ξεπεράσει και να επιτελέσει το κοινωνικό του έργο. Γιατί κοινωνικό έργο είναι αυτό, κοινωνική αποστολή, ιστορικό καθήκον.                         
Το ΕΠΑΜ δεν είναι ακτιβίστικη οργάνωση, έστω κι αν δρα ορισμένες φορές ακτιβίστικα. Είναι μαζική, παλλαϊκή οργάνωση και για να γίνει μαζική, παλλαϊκή οργάνωση θα πρέπει να κάνει και το κάνει μέχρις στιγμής αλλά ακόμη πιο έντονα να το κάνει, να ανοίγει τις πόρτες του σε όλους τους αγωνιστές ανεξάρτητα από το που προέρχονται ή πως σκέφτονται ή ποια είναι η ιδεολογική τους ταυτότητα ή σε ποιο θεό πιστεύουν. Όποιος θεωρεί τον εαυτό του αρκούντως πατριώτη και δημοκράτη, ικανό να κατεβάσει το εγώ του στο επίπεδο του εμείς και συλλογικά να δράσει ενάντια στον κατακτητή, στην βάση των προταγμάτων του μετώπου έχει θέση στο μέτωπο και όχι απλά θέση αλλά έχει και ρόλο να παίξει.
Το ΕΠΑΜ δεν είναι οργάνωση κουκουλοφόρων παλικαράδων που νομίζουν ότι παίρνοντας τα κουμπούρια και βγάζοντας γιαταγάνι θα τελειώσει η ιστορία μια ώρα αρχύτερα. Το ΕΠΑΜ οφείλει να είναι οργάνωση λαϊκών αγωνιστών, όπου παρέχουν φυσικό παράδειγμα με την παρουσία τους σε ολόκληρο το λαό, αποτελούν πραγματικό παράδειγμα, φυσική παρουσία, ενός ανθρώπου που δεν λυγίζει από τις αντιξοότητες, δεν λυγίζει μπροστά στο φόβο και το κάνει αυτό το πράγμα, όχι γιατί είναι μάγκας και τσαμπουκάς , αλλά το κάνει για να δείξει στον κόσμο που λιγοψυχάει, και που είναι λογικό κάτω από τις σημερινές συνθήκες, ότι υπάρχει  δυνατότητα, υπάρχει συλλογικότητα, υπάρχει δύναμη που μπορεί να στηριχθεί πάνω της. Μπορεί να πάρει θάρρος  από το δικό μας θάρρος να πάρει.
Ο λαϊκός αγωνιστής μετράει τη ζωή του λαού, τη ζωή αυτών που καλεί στην κινητοποίηση, τη ζωή αυτών που πραγματικά συμμετέχουν  στον αγώνα, πολύ περισσότερο από τη δική του τη ζωή. Να γιατί κάνουμε και σχολή περιφρούρησης του ΕΠΑΜ. Γιατί αυτοί που θα είναι στην περιφρούρηση θα είναι οι καλύτεροι και οι ικανότεροι αγωνιστές από όλους μας. Γιατί για να είσαι στην περιφρούρηση λαϊκού αγώνα ή αν θέλετε καλύτερα ενός λαϊκού κινήματος, παλλαϊκού κινήματος, σημαίνει ότι βάζεις την προστασία του συναγωνιστή σου, του απλού ανθρώπου, της γιαγιάς, του παππού,  των παιδιών που θα έρθουν μαζί με τους γονείς τους πάνω από τη δική σου ζωή. Αυτό σημαίνει περιφρούρηση και γι αυτό συγκροτείται η σχολή.
Τούτος ο λαός έδωσε μάχες και πέτυχε και νίκησε με τους αριθμούς του, με την οργάνωση του, με τη μαζικότητα του και μετά κέρδισε με τα όπλα, όταν του το επέβαλε ο εχθρός - Και για να κερδίσεις, εάν και όποτε στο επιβάλλει ο εχθρός την όποια ένοπλη μορφή προκύψει – απευκταία από εμάς – γιατί ποτέ λαϊκό κίνημα δεν έκανε συνειδητή επιλογή όπλων αν είχε άλλη επιλογή, ποτέ στην ιστορία, όχι μόνο στην Ελλάδα, πουθενά σε ολόκληρη την ιστορία – για να κερδίσεις λοιπόν, πρέπει να έχει προηγηθεί μια βαθειά δουλειά οργάνωσης στον ίδιο το λαό. Έτσι να υπάρχει ένα μαζικό λαϊκό κίνημα που να μπορεί να υποστηρίζει οποιαδήποτε μορφή μαζικής λαϊκής πάλης, όλες τις μορφές μαζικής λαϊκής πάλης. Αυτός είναι ο στόχος μας. Αυτή είναι η δουλειά μας και ο βασικός μοχλός για να το κάνουμε είναι το κάθε μέλος του ΕΠΑΜ. Το κάθε μέλος του ΕΠΑΜ πρέπει να αποτελεί το στήριγμα του λαού, φωτεινό παράδειγμα, φάρος για το πώς πρέπει να αντιδρά , το πώς πρέπει να στέκεται ο καθένας από τον κόσμο σε συνθήκες όπου έχει λιγοστές ψυχικές αντοχές σε συνθήκες όπου μαζικά τον χτυπούν, έτσι ώστε να τον οδηγήσουν στη μαζική μανιοκατάθλιψη.
Γι αυτό και μετράει ο τρόπος, η συμπεριφορά η στάση μας  η προσωπική, είτε μέσα στο μέτωπο είτε ευρύτερα και με αυτή την έννοια, η δική μας ιδέα για την ταυτότητα του αγωνιστή δεν κρίνεται στο διαδίκτυο ούτε στο πληκτρολόγιο, κρίνεται στο δρόμο, κρίνεται εκεί που τον καλεί ο λαός.
Αθήνα, Μάρτιος 2013
Για την Πολιτική Γραμματεία του ΕΠΑΜ
Ο Γ.Γ. Δημήτρης Καζάκης