Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


----000tsa(Παρ. 9/10/15 - 20:13)
Του ΜΠΟΡΙΣ ΚΑΓΚΑΡΛΙΤΣΚΙ*
 ΜIA ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΤΗΣ 20ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ, ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΝΩΣΤΟ ΡΩΣΟ ΜΑΡΞΙΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΡΩΣΙΚΑ-ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: BAΣΙΛΗΣ ΜΑΚΡΙΔΗΣ

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ 
Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στις 03/10/2015 στην αριστερή-μαρξιστική ρωσική ιστοσελίδα Rabkor.ru, της οποίας αρχισυντάκτης και ουσιαστικός δημιουργός είναι ο ίδιος ο συγγραφέας του. Αποτελεί μια εξαιρετικά οξυδερκή και χωρίς λεκτικές «περικοκλάδες» ανάλυση της κατάστασης που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα τους τελευταίους μήνες και διαμέσου των αποτελεσμάτων των τελευταίων βουλευτικών εκλογών. Ο Μπορίς Καγκαρλίτσκι είναι ιδιαίτερα σκληρός, αλλά απολύτως δίκαιος στις εκφράσεις του και λέει τα πράγματα με τ' όνομά τους. Η ιδιαίτερη αξία του άρθρου έγκειται στο γεγονός, ότι προέρχεται: α) από το εξωτερικό, όπου η γνώση της λεγόμενης «ελληνικής πραγματικότητας» είναι, αρκετές φορές ελλειπής και β) από συνεπείς αριστερές-μαρξιστικές θέσεις, που δεν μένουν μόνο στις διαπιστώσεις, αλλά προχωρούν και στο «δια ταύτα», καταλήγοντας σε συμπεράσματα ιδιαίτερα χρήσιμα για την ελληνική και την ευρωπαϊκή Αριστερά.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο του άρθρου: 
 ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Αφότου βγήκαν τα τελικά αποτελέσματα των ελληνικών εκλογών και κατακάθισε ο πληροφοριακός κουρνιαχτός των πολυάριθμων σχολίων, τα νέα από την Αθήνα μετατοπίστηκαν σε δεύτερο πλάνο ή εξαφανίστηκαν εντελώς από τις σελίδες του Τύπου. Στο μεταξύ όμως, η σημασία αυτού που συνέβη στις 20 Σεπτεμβρίου 2015 κάθε άλλο παρά έχει έχει κατανοηθεί πλήρως – όχι μόνο εκτός Ελλάδας, αλλά και μέσα στην χώρα.

Η Ελλάδα υφίσταται μιαν ανεπανάληπτη ιστορική καταστροφή. Ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας κατάφερε όχι μόνο να «σπάσει» ψυχολογικά τον ίδιο του το λαό, αλλά και να καταστρέψει πολιτικά την ελληνική Αριστερά. Με άλλα λόγια, κατάφερε να πετύχει αυτό που δεν πέτυχαν ούτε οι Γερμανοί κατακτητές τα χρόνια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ούτε ο Ουίνστον Τσόρτσιλ το 1944-1945, ούτε οι «μαύροι συνταγματάρχες», ούτε οι εναλλασσόμενες μεταξύ τους δεξιές κυβερνήσεις – δημοκρατικές και... όχι και τόσο. Οι συνέπειες αυτού του γεγονότος για την ελληνική Δημοκρατία θα διαφανούν πολύ σύντομα, δεδομένου ότι το να υπολογίζει κανείς στην αποτελεσματική λειτουργία των δημόσιων, ακόμη και των κονωνικών Οργανισμών σε μια τέτοια κατάσταση δεν είναι δυνατό. Κατ' ουσίαν η χώρα είναι καταδικασμένη σε μια συλλογική παράλυση βούλησης, που εμποδίζει την επιτυχημένη άσκηση οποιασδήποτε πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης και της νεοφιλελεύθερης.
Ταυτόχρονα, σε πολιτικό επίπεδο η νίκη του νεοφιλελευθερισμού αποδείχθηκε πλήρης και ολόπλευρη. Τα αποτελέσματα του καλοκαιρινού Δημοψηφίσματος, όταν η χώρα είπε «ΌΧΙ» στις απαιτήσεις των δανειστών, διαγράφτηκαν με τις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Και από εδώ κι εμπρός, όσο και να αναφέρονται οι αριστεροί στη λαϊκή βούληση, αυτό στην αλλαγμένη αυτή κατάσταση δεν πρόκειται να ηχεί παρά ως «κενό γράμμα». Όπως, μεταξύ μας και οποιεσδήποτε κουβέντες για τη λαϊκή κυριαρχία, τα δικαιώματα των πολιτών και την τήρηση του Συντάγματος.
Η παρισινή Le Monde συνόψισε θριαμβευτικά τα αποτελέσματα των εκλογών: «Οι Έλληνες αποδέχθηκαν (valident) την πολιτική των μεταρρυθμίσεων και της λιτότητας, που εφαρμόζει ο Τσίπρας» 1.
Τώρα η προηγμένη ελληνική εμπειρία θα μεταφερθεί και θα χρησιμοποιηθεί και σε άλλες χώρες. Ο Πρόεδρος της Γαλλάς Φρανσουά Ολάντ και ο Πρωθυπουργός του Μανουέλ Βαλς δεν κρύβουν, ότι τα αποτελέσματα των εκλογών στην Ελλάδα έγιναν ένα πρόσθετο επιχείρημα υπέρ της εφαρμοζόμενης από τους ίδιους νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Είναι η νίκη αυτών των αριστερών, οι οποίοι "έχουν«το θάρρος να αποδεχθούν την πραγματικότητα» 2. Με άλλα λόγια, οι «ρεαλιστές» αριστεροί απέδειξαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο την αφοσίωση τους, απέδειξαν, ότι στην υπόθεση της συντριβής του κοινωνικού κράτους και της καταστολής της αντίστασης των εργαζομένων, αυτοί μπορούν όχι μόνο να συγκριθούν με τους δεξιούς, αλλά και να τους ξεπεράσουν. Τα κομματικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, από την πλευρά τους, πανηγυρίζουν για την ήττα της «Λαϊκής Ενότητας», που τόλμησε εναντιωθεί στην συμφωνία με τους δανειστές και να υπερασπιστεί τα αποτελέσματα του Δημοψηφίσματος: «Τώρα οι δυσαρεστημένοι θα το σκεφτούν δύο φορές, πριν να διαμαρτυρηθούν» 3.
Η ήττα της «Λαϊκής Ενότητας» είναι και στην πραγματικότητα κάθε άλλο παρά συμπτωματική. Εννοείται, μπορεί κανείς να αναφερθεί στην έλλειψη χρόνου για τη δημιουργία του νέου κόμματος (κάτι στο οποίο από την αρχή υπολόγιζε ο Τσίπρας), μπορεί να απαριθμήσει τα πολυάριθμα λάθη που έκαναν οι ηγέτες της ΛΑΕ. Μπορεί να επισημάνει τη διφορούμενη στάση του ίδιου του ελληνικού πληθυσμού, ο οποίος ενώ ονειρευόταν την απελευθέρωσή του από τα δεσμά του χρέους, εξακολουθούσε να ελπίζει όπως και πριν στην παραμονή της χώρας του στην Ευρωζώνη, μη αποφασίζοντας να παραδεχθεί, ότι το ένα με το άλλο είναι ασυμβίβαστα. Όκμως όλα αυτά τα επιχειρήματα βοηθούν στο να εξηγηθεί όχι αυτή καθεαυτή η ήττα της «Λαϊκής Ενότητας», αλλά μόνο το καταστροφικό της μέγεθος.
Είναι εξαιρετικά σημαντικό το γεγονός, ότι η «Λαϊκή Ενότητα» δεν έκανε τίποτε άλλο, από το να υπερασπίζεται το πρόγραμμα, με το οποίο η πλειοψηφία των Ελλήνων έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία 8 μήνες νωρίτερα και απαιτούσε την τήρηση της απόφασης του Δημοψηφίσματος. Ακριβώς η αναγνώριση από τον ίδιο το λαό της δικής του αδυναμίας προκαθόρισε την ήττα αυτής της συμμαχίας.
Σε ό,τι αφορά στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, το οποίο κατά τη διάρκεια του Δημοψηφίσματος, αλλά και σήμερα κατ' ουσίαν αγνοεί τα βασικά θέματα της συζήτησης, η σεχταριστική θέση που πήρε το κόμμα το οδήγησε σε «γκέτο», όχι μόνο εκλογικό, αλλά πάνω απ' όλα πολιτικό. Εν ολίγοις, όποιον δεν έχει τίποτε να πει, δεν πρόκειται να τον ακούσει κανείς.
Γιατί οι Έλληνες, έχοντας αποφασίσει να πάνε να ψηφίσουν, επέτρεψαν τη διατήρηση του Τσίπρα και των «πρωτοπαλίκαρών» του στην εξουσία; Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ, έχοντας χάσει ουσιαστικά όλη την ενεργό του βάση, η οποία σήκωσε στις πλάτες της την πίεση της προεκλογικής εκστρατείας του Ιανουαρίου, αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε ούτε κομματικά μέλη, ούτε οπαδούς, ούτε καν τη λαϊκή συμπάθεια για τη νίκη στις εκλογές; Η απάντηση είναι απλή: η (ελληνική) κοινωνία, έχοντας χάσει το ηθικό της και την πίστη στον εαυτό της, συμφιλιώθηκε με τα βασανιστήρια, ελπίζοντας να επιλέξει τον πιο «ανθρώπινο» δήμιο, ο οποίος, την ώρα που τους βασανίζει, τουλάχιστον δεν πρόκειται να νιώθει μια σαδιστική ευχαρίστηση. Όμως κι εδώ κάνουν λάθος. Σε «εκτέλεση» Τσίπρα, η λιτότητα, οι ιδιωτικοποιήσεις και τα υπόλοιπα αντικοινωνικά και αντεθνικά μέτρα όχι απλώς δεν θα είναι λιγότερο επώδυνα, αλλά θα είναι και εξαιρετικά σκληρά. Δεδομένου ότι θα τα εφαρμόζουν άνθρωποι που έχουν χάσει ό,τι τους είχε απομείνει από τη συνείδηση και την προσωπική τους αξιοπρέπεια, οι οποίοι δεν έχουν κανενός είδους, έστω και συντηρητικές αρχές και κανένα, έστω και καμία, έστω και αστική, ηθική.
Και είναι αλήθεια, ότι ο Τσίπρας απέδειξε σε όλη την Ευρώπη, ότι η προδοσία, η αθλιότητα και η δειλία επιβραβεύονται, ενώ η «Λαϊκή Ενότητα» έδειξε, ότι η ακεραιότητα, η εντιμότητα και η πίστη στις υποσχέσεις της είναι ο σίγουρος δρόμος για την αποτυχία. Όχι, αυτό δεν είναι μία μακιαβελική πολιτική της κυνικής επιλογής των μέσων που «αγιάζουν» τους σκοπούς του κράτους, αλλά ακριβώς η συνειδητή άρνηση της πολιτικής ως δράσης για την αλλαγή ή, ακόμη και για τη διατήρηση της κοινωνίας.
Ωστόσο, ηθική και πολιτική κατάρρευση δεν υφίσταται μόνο η ελληνική κοινωνία, αλλά και η Ευρωπαϊκή Αριστερά. Το πιο φοβερό σε αυτό που συνέβη, είναι ότι τον Τσίπρα και τον «γενετικά μεταλλαγμένο ΣΥΡΙΖΑ» (έκφραση του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου) εξακολουθούν όπως και πριν να τον θεωρούν τμήμα του αριστερού κινήματος. Το να αναγνωρίζει κανείς τον Τσίπρα ως «δικό του», σημαίνει και το ότι φέρει ευθύνη για ό,τι έχει πράξει και πρόκειται να πράξει στο εγγύς μέλλον η κυβέρνησή του. Αυτό σημαίνει, ότι οι Ευρωπαίοι αριστεροί στερούν από τον εαυτό τους το δικαίωμα στη λαϊκή εμπιστοσύνη, έτσι όπως και οι Έλληνες σύντροφοί τους, οι οποίοι επέτρεψαν τη σημερινή καταστροφή.
Σε συνθήκες, όπου σχεδόν όλα τα κόμματα που εισήλθαν στο Κοινοβούλιο είτε εγκρίνουν τη Συμφωνία με την «Τρόικα», είτε κάνουν σαν αυτή να μην τα αφορά, η μοναδική φωνή στο Κοινοβούλιο που μιλάει εξ ονόματος της πλειοψηφίας που ψήφισε το «ΟΧΙ» στο Δημοψήφισμα απομένει αυτή της «Χρυσής Αυγής». Ήδη σήμερα είναι το τρίτο σε δύναμη κοινοβουλευτικό κόμμα, έστω και αν υστερεί σημαντικά (σε ποσοστά) από τον ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ. Όμως η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει, πόσο εύκολα η Αντιπολίτευση σε συνθήκες κρίσης θεσμών μπορεί να ανεβεί από την τρίτη θέση στην πρώτη. Και το κυριότερο, πότε τους φασίστες τους σταμάτησε η έλλειψη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας;
Συνέπεια των εκλογών του Σεπτεμβρίου στην Ελλάδα αναπόφευκτα αποτελεί η υποβάθμιση και, πιθανότατα, η συντριβή της Δημοκρατίας στη χώρα, η οποία θεωρεί τον εαυτό της ως την ιστορική της πατρίδα.
Οι συνέπειες αυτού του γεγονότος για την υπόλοιπη Ευρώπη και για το αριστερό της κίνημα θα είναι αισθητές για αρκετό καιρό ακόμη – τόσο ακριβώς, όσο θα χρειαστεί για την κατανόηση των διδαγμάτων της Ελλάδας από τους ακτιβιστές και τους αριστερούς πολιτικούς των άλλων χωρών. Τα διδάγματα αυτά, στην ουσία, είναι πολύ απλά. Πρώτον, δεν μπορεί να υπάρξει κανένας συμβιβασμός και καμία ανακωχή με την πολιτική ελίτ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με τους νεοφιλελεύθερους θεσμούς της και όσοι προσπαθούν να υπερασπιστούν αυτή την πολιτική από «αριστερές» θέσεις, υποσχόμενοι την πραγματικά απατηλή προοπτική ενός θετικού μετασχηματισμού αυτών των δομών σε ένα απροσδιόριστο μέλλον, όχι απλώς δεν είναι αφελείς ουτοπιστές, αλλά είναι απολύτως συνειδητοποιημένοι και επικίνδυνοι εχθροί. Δεύτερον, η ρήξη με αυτόν τον εσμό πρέπει να είναι απολύτως συνεπής και απολύτως «λενινιστική», αδιάλλακτη και μη αναστρέψιμη. Τρίτον, η επίθεση της νεοφιλελεύθερης Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Νότια και στην Ανατολική Ευρώπη, συμπεριλαμβάνοντας πρώτα και κύρια τη Ρωσία, είναι δύο μέρη της ίδιας διαδικασίας. Στο Νότο της Ευρώπης παρατηρούμε τώρα την ηθική κατάπτωση και την αμηχανία, ενώ η ρωσική κοινωνία, σύμφωνα με τη δίκαιη έκφραση της Άννας Οτσκινά 4, «μέχρι σήμερα παραμένει κοιμώμενη». Θα αφυπνισθεί, άραγε, στο εγγύς μέλλον, ποιος και τι θα την αφυπνίσει, θα το μάθουμε σύντομα.
Επί της ουσίας, τα διδάγματα της ελληνικής καταστροφής είναι απλά και προφανή. Μόνο που, για να αποδειχθούν χρήσιμα για το μέλλον χρειάζεται πολιτική βούληση. Εάν αυτή απουσιάζει, καμία εμπειρία και καμία γνώση δεν πρόκειται να φέρει όφελος.
Εν παρόδω, δεν πρέπει να ξεχνούμε, ότι και η η λέξη «καταστροφή» και η ο όρος «δημοκρατία» είναι ελληνικής προέλευσης.
1. Le Monde, 22.09.2015
2. Liberation, 22.09.2015
3. Le Monde, 22.09.2015
4. Οτσκινά Άννα Βλαντίμιροβνα – Υποψήφια Διδάκτωρ Φιλοσοφικών Επιστημών, Επίκουρη Καθηγήτρια της Έδρας Πολιτικών Επιστημών της Σχολής Κοινωνιολογίας και Κοινωνικής Εργασίας του Κρατικού Παιδαγωγικού Πανεπιστημίου της Πένζα (Ρωσία), δημοσιογράφος και τηλεπαρουσιάστρια.
*ΜΠΟΡΙΣ ΚΑΓΚΑΡΛΙΤΣΚΙ
Αρχισυντάκτης του περιοδικού «Rabkor.ru», Διευθυντής του Ινστιτούτου Παγκοσμιοποίησης και Κοινωνικών Κινημάτων (IGSM), ιστορικός και κοινωνιολόγος.
**Ο Βασίλης Μακρίδης είναι δημοσιογράφος και μεταφραστής ρωσικής γλώσσας, απόφοιτος της Σχολής Δημοσιογραφίας του πρώην Κρατικού Πανεπιστημίου του Ροστόβ-να-Ντονού, νυν Νοτίου Ομοσπονδιακού Πανεπιστημίου της Ρωσίας.

http://iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=22359%3Akargarlitski&catid=72%3Adr-ekdilosis&Itemid=279

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

Οι κακοδαιμονίες του πολυπόθητου μετώπου

του Αλέξη Ξιφαρά*
Το Σάββατο της 26ης Σεπτεμβρίου ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Αναστοχασμός και Συγκρότηση» στην ιστοσελίδα iskra. Όπως όλα τα κείμενα και τα βιβλία του Π. Παπακωνσταντίνου, έτσι και το τελευταίο του πόνημα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Προσωπικά συμφωνώ απολύτως σε ό,τι αφορά στα διδάγματα που μας έδωσαν ανάλογες λαϊκές εξεγέρσεις στο παρελθόν, όπως η εποποιία του Μάη του ’68 στη Γαλλία. Επίσης συνυπογράφω τις διαπιστώσεις του συγγραφέα που σχετίζονται με τα λάθη και τις αστοχίες της ΛΑ.ΕΝ. καθώς και με το ότι η είσοδος της τελευταίας στη βουλή όχι μόνο δεν θα άλλαζε ριζικά τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, αλλά πιθανότατα να έκρυβε και τα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει το πολιτικό σχήμα στο οποίο συμμετέχει. Παραθέτω, μάλιστα, αυτούσιο το αντίστοιχο απόσπασμα ώστε να μην αδικήσω τον Παπακωνσταντίνου: «Θα μπορούσαμε, βέβαια, να είχαμε καλύτερη επικοινωνιακή παρουσία και να είχαμε αποφύγει κάποια λάθη- ιδιαίτερα στην προβολή της ριζοσπαστικής, εναλλακτικής μας πρότασης και στην ταλάντευση που εμφανίζαμε αναφορικά με την έξοδο από την ευρωζώνη. Με λίγο καλύτερη προσπάθεια θα μπορούσαμε να έχουμε μπει στη Βουλή, φτάνοντας το 3,5% ή και το 4%. Κάτι τέτοιο θα μας έφερνε, βέβαια, σε πολύ καλύτερη θέση εκκίνησης, ενόψει της μακράς διαδρομής που έχουμε μπροστά μας, αλλά δεν θα άλλαζε δραματικά τη μεγάλη εικόνα. Ίσως μάλιστα να έκρυβε τα πραγματικά προβλήματα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε».
Ας μου επιτραπεί εδώ ένα δικό μου σχόλιο ως συνέχεια των παραπάνω συμπερασμάτων: Μια....
είσοδος της ΛΑ.ΕΝ. στη βουλή, από τη στιγμή μάλιστα που είναι καθολικά αποδεκτό ότι δεν είχε προοπτική διεκδίκησης της κυβερνητικής εξουσίας, θα παγίωνε τις γραφειοκρατικές και συγκεντρωτικές δομές και λογικές που την διέπουν ως πολιτικό σχήμα και θα την αποκρυστάλλωνε ως ένα νέο ΚΚΕ μέσα στο κοινοβούλιο. Για την ιστορία και κυρίως για να μην φανεί ότι διολισθαίνω σε μετεκλογικές «μνησικακίες» (όπως λέει ο Π. Παπακωνσταντίνου) θυμίζω ότι  την καθαρά κλειστή και πυραμιδική, παλαιοκομματικού τύπου, οργανωτική δομή της ΛΑ.ΕΝ. την έχουν στηλιτεύσει  μετεκλογικά (είτε άμεσα και απερίφραστα, είτε έμμεσα) τα ίδια τα στελέχη της. Πάλι για νη μην μιλάω στον αέρα παραθέτω ακριβώς τι έγραψαν οι:
Δημήτρης Μπελαντής:  
  • «Ο αντιπολιτευτικός συριζικός λόγος και πράξη, όπως εκφράσθηκε μέσα από την ΛΑΕ, δεν υπήρξε καθόλου ελκτικός. Όταν οι μηχανισμοί και η σταλινίζουσα γραφειοκρατία μπαίνουν μπροστά από τον προγραμματικό λόγο και δεν έχουν/παρουσιάζουν καμία ζωντάνια, γιατί να επιλεγεί ο αντιμνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ στην θέση του μνημονιακού ; Ζούμε ένα νέο 1989, όπου οι αντιπολιτεύσεις τάσεις δοκιμάζονται και καταρρέουν μαζί με τον κορμό της Αριστεράς.» (22/09 – κείμενο 7 σημείων δημοσιευμένο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης)
  • «Δεν αρκεί να καταλάβουν το λάθος τους λόγω της εφαρμογής των Μνημονίων . Χρειάζεται από τις πραγματικές και ενεργές αριστερές δυνάμεις -όπως η ΛΑΕ αλλά και η Ανταρσύα- σοβαρή αυτοκριτική και στο πεδίο της προγραμματικής τεκμηρίωσης του άλλου δρόμου και στο πεδίο της συλλογικής και δημοκρατικής λειτουργίας, ένα πεδίο όπου εμείς ως ΛΑΕ θα μπορούσαμε να τα έχουμε πάει καλύτερα και ακόμη μπορούμε να κάνουμε μια συλλογική, δημοκρατική και αυτοργανωτική στροφή. Η δημοκρατία συνεπάγεται την συμμετοχή όλων μας και την ύπαρξη θεσμικών εγγυήσεων και όχι απλώς την συνεργασία των συνιστωσών και των πολιτικοοργανωτικών τους δικτύων-συχνά προβληματικών στην λειτουργία τους.» (κείμενο δημοσιευμένο στις 25/09)
Παναγιώτης Σωτήρης: «Επιπλέον, η ηγεσία της Αριστερής Πλατφόρμας επέδειξε μεγαλύτερη καχυποψία απέναντι σε άλλες τάσεις από ό,τι έπρεπε και δεν μπόρεσε να αντιληφθεί τη σημασία που θα είχε μια εξαρχής ανοιχτόκαρδη απεύθυνση για συνδιαμόρφωση της Λαϊκής Ενότητας, με αποτέλεσμα να μην μπλεχτούν εξαρχής όλες ριζοσπαστικές τάσεις από το ΣΥΡΙΖΑ, να αποστασιοποιηθούν οι προερχόμενες από το ΚΚΕ αναζητήσεις, να δοθούν αφορμές σε κομμάτια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να επιμείνουν στην αναδίπλωση στη λογική του «αντικαπιταλιστικού πόλου». Ούτε δόθηκαν οι αναγκαίες εγγυήσεις ότι θα ήταν μια ανοιχτή και δημοκρατική διαδικασία απαλλαγμένη από τη γραφειοκρατική λογική μηχανισμών, που είχε στοιχειώσει το ΣΥΡΙΖΑ.» (κείμενο με τίτλο «Σκέψεις μετά από ένα αρνητικό εκλογικό αποτέλεσμα» δημοσιευμένο στις 24/09)
Δημήτρης Στρατούλης: «Η μάχη που χάσαμε είναι σημαντική και μας δημιουργεί μεγάλες πολιτικές δυσκολίες. Ωστόσο δεν χάσαμε τον πόλεμο και μπορούμε να αντεπιτεθούμε, αφού πρώτα συλλογικά και δημοκρατικά εντοπίσουμε και διορθώσουμε τα λάθη και τις αδυναμίες μας. Επομένως ανασυντασσόμαστε, ανασυγκροτούμαστε ως πολιτικός φορέας - μέτωπο με συμμετοχή, δημοκρατία, εξωστρέφεια και περνάμε στην αντεπίθεση με πολιτικές και κινηματικές πρωτοβουλίες, για την απόκρουση των εφαρμοστικών νόμων του 3ου μνημονίου, για τη στήριξη των μισθών, των συντάξεων και των δημόσιων δαπανών για κοινωνικές πολιτικές και για την αποτροπή των νέων φορομπηχτικών πολιτικών και του ξεπουλήματος του δημόσιου πλούτου της χώρας.» (άρθρο με τίτλο «ΑΝΑΣΥΝΤΑΣΣΟΜΑΣΤΕ, ΣΥΓΚΡΟΤΟΥΜΑΣΤΕ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΑ, ΠΕΡΝΑΜΕ ΣΤΗΝ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ» δημοσιευμένο στις 24/09)
Πέτρος Παπακωνσταντίνου: «Αυτό που προέχει σήμερα είναι να ξεκινήσουν ανοιχτές διαδικασίες βάσης για την προγραμματική και οργανωτική μας συγκρότηση, που θα δώσει σταθερή μορφή και σχήμα στην προσπάθειά μας… Φιλοδοξούμε να αξιοποιήσουμε ό,τι θετικό έχουν να επιδείξουν όλες οι προηγούμενες αριστερές προσπάθειες (γιατί κάθε μια έχει βέβαια και τα θετικά της) μέσα σε μια νέα ποιότητα: ένα πολυφωνικό, πολιτικό μέτωπο με αναφορά στη μισθωτή εργασία και τη σοσιαλιστική προοπτική, με μάχιμη, εναλλακτική πολιτική πρόταση ρήξης για το σήμερα κι όχι για τη Δευτέρα Παρουσία, με ανοιχτή, δημοκρατική συγκρότηση, μακριά από γραφειοκρατικές ιεραρχίες και συναλλαγές «μικρών πολιτικών γραφείων». (το παραπάνω απόσπασμα βρίσκεται στο ίδιο το κείμενο που σχολιάζω)
Συνεπώς από τις παραπάνω παραδοχές γίνεται σαφές ότι το υπάρχον οργανωτικό σχήμα της ΛΑ.ΕΝ δεν τιμά το όνομά της, καθότι ούτε ενωτικό, αλλά ούτε και λαϊκό είναι. Το γραφειοκρατικό δεν μπορεί να είναι ενωτικό και το «αποκλειστικά» αριστερό (το μερικό) εξ ορισμού δεν μπορεί να είναι λαϊκό (το όλον). Τη γραφειοκρατία στην ηγεσία της ΛΑ.ΕΝ. την εντόπισαν και την παραδέχτηκαν αρκετά από τα (πλέον προβεβλημένα) μέλη της. Την αντι-λαϊκή και διασπαστική της στάση σε ότι αφορά στην περιχαράκωση του αντι-κατοχικού αγώνα στο αριστερό κομμάτι της κοινωνίας, κόντρα σε ό,τι μας δίδαξε η επική ιστορία της εθνικής αντίστασης το 1941-1944, ούτε ο Παπακωνσταντίνου, αλλά ούτε και οι υπόλοιποι προαναφερθέντες την αντιλήφθηκαν. [1]
Το «αριστερό μέτωπο» ως συγκεκαλυμμένη επιστροφή στην «κυβέρνηση της Αριστεράς»
Επιστρέφουμε συνεπώς στο 2012-2013 και στην τακτική της «κυβέρνησης της Αριστεράς», ακόμη και αν η συζήτηση διεξάγεται αναγκαστικά με άλλους όρους και με άλλη μορφή. Το σύνθημα «κυβέρνηση της Αριστεράς», το οποίο τότε είχαν υπερασπιστεί όλοι οι παραπάνω, επανέρχεται με τη μορφή του αριστερού μετώπου (ενός σύγχρονου ενιαίου και όχι λαϊκού μετώπου δηλαδή). Αυτό είναι ο ορισμός της περιβόητης πια φράσης του Λένιν «Ένα βήμα εμπρός, δύο βήματα πίσω».
Τώρα πώς γίνεται το περιεχόμενο μιας τακτικής και ενός συνθήματος που ήταν εξαρχής αποπροσανατολιστικό, μυστικιστικό (χωρίς δηλαδή σαφείς επιστημονικές αναφορές) και εν τέλει από τα ίδια τα γεγονότα χρεοκοπημένο στη συνείδηση του κόσμου, να επιστρέφει στη πολιτική συζήτηση ως δεσπόζουσα προβληματική για τη συγκρότηση μετώπου, μου είναι προσωπικά αδιανόητο να το αντιληφθώ.
Δεν θα επαναλάβω την επιχειρηματολογία που ανέπτυξα όταν σχολίαζα το βιβλίο «Κυβέρνηση της Αριστεράς»[2] , ούτε θα επιδοθώ ξανά σε μια πολεμική απέναντι στις αντιλήψεις που θέλουν την τακτική του αντιφασιστικού Λαϊκού Μετώπου να έχει αποτύχει ιστορικά και να βρίσκεται σε αντιδιαστολή με την τακτική του προλεταριακού Ενιαίου Μετώπου[3], όπως έκανα στην ίδια προαναφερθείσα βιβλιοκριτική. Τα ζητήματα αυτά τα έχει κρίνει η ιστορία και η ετυμηγορία της είναι πεντακάθαρη σε όσους θέλουν να διαβάσουν. Απλά θα περιοριστώ σε μια αναφορά στο ΕΑΜ. Το ΕΑΜ δεν έβαζε ζητήματα αριστερού-δεξιού και αντιπάλευε τα οποιαδήποτε πιστοποιητικά πολιτικών φρονημάτων όταν επρόκειτο για την πραγματική ένωση του λαού κάτω από την σημαία της εθνικής ανεξαρτησίας, της λαϊκής κυριαρχίας και της κοινωνικής απελευθέρωσης απέναντι στον ξένο κατακτητή και τον εγχώριο δυνάστη. Γι’ αυτό και μεγαλούργησε.
Με άλλα λόγια η ένωση του λαού δεν γίνεται με ονοματοδοσίες, αλλά με την αξιοποίηση των πετυχημένων εμπειριών του παρελθόντος (ΕΑΜ στην Ελλάδα, Arditi del Popolo στην Ιταλία). Δεδομένου, λοιπόν, ότι τόσο ο Π. Παπακωνσταντίνου, όσο και το μεγαλύτερο τμήμα της ΛΑ.ΕΝ., δέχονται και χρησιμοποιούν τους όρους «αποικία χρέους» και «κατοχή» για να περιγράψουν την σχέση κυριαρχίας του χρηματιστικού κεφαλαίου επί της Ελλάδας, είναι αντιφατικό έπειτα να καλούν – αν φυσικά καλούν – τον κόσμο να αποκηρύξει πρώτα την πολιτική του ταυτότητα και μετά να παλέψει απέναντι στον κατακτητή και τον αποικιοκράτη.
Είναι αντιφατικό, επίσης, ένα σχήμα που λέγεται «Λαϊκή Ενότητα» και το οποίο ο Π. Παπακωνσταντίνου φιλοδοξεί να εξελιχθεί σ’ ένα «πολυφωνικό πολιτικό μέτωπο», να έχει «αναφορά στη μισθωτή εργασία και τη σοσιαλιστική προοπτική» ακόμη και αν έχει «εναλλακτική πολιτική πρόταση ρήξης για το σήμερα κι όχι για τη Δευτέρα Παρουσία» γιατί έτσι αναιρείται η μετωπική φυσιογνωμία της προσπάθειας και τελικά, παρά τις όποιες (αντίθετες) προθέσεις στα λόγια, γίνεται «μεγάλη ΑΝΤΑΡΣΥΑ» στη πράξη (ό,τι είναι μέσα σε εισαγωγικά είναι από το κείμενο του Παπακωνσταντίνου. Οι όποιες υπογραμμίσεις είναι του ίδιου συγγραφέα).
Πότε, άραγε, συγκροτήθηκε ισχυρό πολιτικό μέτωπο στη βάση του σοσιαλισμού;
1 ) Στο ιδρυτικό κείμενο του ΕΑΜ (1941) δεν υπήρχε ούτε μια αναφορά στο σοσιαλισμό ή στην αριστερά.
2 ) Το 1917 στη Ρωσία, στις «Θέσεις του Απρίλη», o Λένιν έγραφε κατηγορηματικά: «Όχι “εισαγωγή” του σοσιαλισμού, σαν άμεσο καθήκον μας, αλλά άμεσο πέρασμα μόνο στον έλεγχο της κοινωνικής παραγωγής και της διανομής των προϊόντων απομέρους των Σοβιέτ των Εργατών Βουλευτών» και αργότερα το Σεπτέμβρη του ίδιου έτους μέσω του έργου του «Η Καταστροφή που μας απειλεί και πως πρέπει να την καταπολεμήσουμε» δεν πρότεινε - σύμφωνα με τα λεγόμενά του- ούτε ένα σοσιαλιστικό μέτρο. Ένα μήνα αργότερα πραγματοποιήθηκε η ένδοξη Οκτωβριανή Επανάσταση δικαιώνοντας απόλυτα την τακτική του Λένιν. 
3) Το 1921 οι Arditi del Popolo στην Ιταλία, είχαν μέλη από όλο το πολιτικό φάσμα. Από Κομμουνιστές και αναρχικούς μέχρι Ρεπουμπλικάνους και Καθολικούς. Ως στόχο τους δεν είχαν τον σοσιαλισμό, αλλά να συντρίψουν το φασισμό. Ακριβώς, λοιπόν, επειδή ένωναν όλους τους δημοκράτες απέναντι στα σκυλιά του Μουσολίνι, ήταν το μοναδικό κίνημα που φοβόντουσαν οι φασίστες.[4]
Ακόμα και αν αγνοήσουμε τα παραπάνω ιστορικά γεγονότα, πιστεύουμε πραγματικά ότι, ως εκ θαύματος, ο λαϊκός κόσμος στην ελληνική κοινωνία μέσα στην σύγχυση που τον διακατέχει, από την μαζική και χρόνια παραπληροφόρησή του, και μέσα στην ανέχεια και τη βία της φτώχειας, της ανεργίας και της ανασφάλειας που βιώνει καθημερινά, θα αποτινάξει το βάρος του φορτίου που φέρει ιστορικά η λέξη σοσιαλισμός (ένεκα κυρίως του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού) και ανεπηρέαστος θα οργανωθεί σε ένα αριστερό και σοσιαλιστικό πολιτικό μέτωπο;
Τα ερωτήματα είναι σαφώς ρητορικά, αφού, τουλάχιστον, η ιστορία τα έχει απαντήσει, ανεξάρτητα αν επανέρχονται ξανά και ξανά στην ημερήσια διάταξη λόγω της διαχρονικής δογματικότητας και της ιστορικής «λήθης» που ταλανίζει τα κινήματα της αριστεράς.
Η αξία χρήσης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού
Δεν λέω φυσικά ότι η υπόθεση του Σοσιαλισμού-Κομμουνισμού είναι καταδικασμένη. Κάθε άλλο. Ο καπιταλισμός έχει προ πολλού εκπληρώσει τον ιστορικό του ρόλο δημιουργώντας όλες τις προϋποθέσεις για την μετάβαση της κοινωνίας «από την προϊστορία στην ιστορία της ανθρωπότητας» και από το «βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθερίας». Η συνέχιση της ύπαρξής του στον σημερινό κόσμο είναι μια παρά φύσιν ιστορικά κατάσταση και ως εκ τούτου ευνοεί τις τερατογενέσεις. Υλοποιεί τα πιο αποτρόπαια και εφιαλτικά οράματα του Huxley και του Orwell. Όσο μεσουρανεί ο καπιταλισμός, και δη όταν αυτός περνά μια δομική κρίση, όπως η σημερινή, που φαίνεται ότι είναι αδύνατο να ξεπεραστεί χωρίς έναν παγκόσμιο πόλεμο ή μια επίθεση μέσω της λιτότητας που θα προσιδιάζει σε πόλεμο, η υπόθεση ενός πιο δίκαιου συστήματος κοινωνικής παραγωγής και διανομής θα παραμένει επίκαιρη.
Είναι, όμως, άλλο πράγμα ο σοσιαλισμός να είναι στρατηγικός στόχος ενός κόμματος και τελείως άλλο το να χρησιμοποιούμε τον ασαφή ιστορικά όρο του σοσιαλισμού (λόγω της πληθώρας των παραλλαγών του), ως να ήταν κάτι απόλυτα ξεκαθαρισμένο στο συλλογικό κοινωνικό φαντασιακό, για να συγκροτήσουμε πάνω του ένα εκ των πραγμάτων ιδεολογικά χρωματισμένο πολιτικό μέτωπο απέναντι στην επίθεση που δέχονται όλα τα λαϊκά στρώματα του ελληνικού πληθυσμού. Αριστερό μέτωπο, Κομμουνιστικό μέτωπο, Σοσιαλιστικό μέτωπο κ.ο.κ. που καλούνται να υλοποιήσουν καθήκοντα που αφορούν σ’ όλες τις εθνικές κοινωνικές τάξεις[5], είναι αριστοτελικές (και όχι διαλεκτικές) αντιφάσεις εν τοις όροις.
Ας πάρουμε για παράδειγμα το κορυφαίο αίτημα της μη-αναγνώρισης και συνολικής διαγραφής του δημοσίου χρέους. Όπως συνοψίζει γλαφυρότατα ο Lazzarrato :
«Το χρέος είναι μια καθολική σχέση εξουσίας, αφού συμπεριλαμβάνει τους πάντες : ακόμη και όσοι είναι πολύ φτωχοί για να έχουν πρόσβαση σε δάνεια οφείλουν να πληρώνουν τόκους σε πιστωτές μέσω της αποπληρωμής του δημοσίου χρέους· ακόμη και οι χώρες που είναι πολύ φτωχές για να έχουν κράτος πρόνοιας οφείλουν να αποπληρώνουν τα χρέη τους. Η σχέση πιστωτή-οφειλέτη αφορά τον σημερινό πληθυσμό στο σύνολό του, αλλά κι εκείνους που έρχονται… Με τη γέννηση δεν μας κληροδοτείται πλέον το προπατορικό αμάρτημα αλλά το χρέος των προηγούμενων γενεών.» [6]
Ο φιλελεύθερος δημοκράτης, λοιπόν, που ξεκινώντας φυσικά από άλλη αφετηρία συγκλίνει ωστόσο στο ότι το χρέος πρέπει να διαγραφεί συνολικά, για να έχει μέλλον ο ίδιος, η χώρα και ο λαός, θα αποκλειστεί παρ’ όλα αυτά από το μέτωπο γιατί ο ίδιος δεν αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερός ; Και αν εκφράζεται από μια οργάνωση που ακολουθώντας τον Κέυνς και τον Βεμπλέν, επιδιώκει την έξωση των «απόντων ιδιοκτητών» και των «εισοδηματιών», δηλαδή των τραπεζιτών και των μεγαλομετόχων, από την οικονομία με την εθνικοποίηση των τραπεζών και τη χρησιμοποίηση του εθνικού νομίσματος -της νέας δραχμής στη περίπτωση μας- αποκλειστικά και μόνο για την τόνωση της παραγωγής προς όφελος των αναγκών της κοινωνίας. Θα αποκλειστεί και η οργάνωση αυτή από το μέτωπο ;
Σημειωτέον καπιταλισμός χωρίς χρέη δεν υπάρχει. Η δημιουργία χρέους είναι εμπεδωμένη στο «DNA» του κεφαλαίου και αποτελεί τη δομή πάνω στην οποία στηρίζονται οι οικονομικές σχέσεις στον καπιταλισμό. [7] Συνεπώς η συνολική διαγραφή του δημοσίου χρέους σε συνδυασμό με την κοινωνικοποίηση της κεντρικής και των συστημικών τραπεζών, θα απειλήσουν τα ίδια τα θεμέλια του καπιταλιστικού συστήματος. Δοθέντων τούτων, θα χάσουν, λοιπόν, οι οργανώσεις της αριστεράς την ιστορική ευκαιρία να συσπειρώσουν όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο κάτω από το αίτημα της διαγραφής του χρέους, μόνο και μόνο γιατί υπάρχουν και δεξιοί, οι οποίοι βασιζόμενοι σε άλλες αναλύσεις, τελικά επιθυμούν το ίδιο;
Για να καταλάβω τελικά: Στόχος του μετώπου θα είναι η υλοποίηση συγκεκριμένων προταγμάτων ή η πραγματοποίηση της «απόλυτης αλήθειας», του σοσιαλισμού;  
Ο μεταμοντέρνος χεγκελιανός και ιδεαλιστικός σοσιαλισμός
Αν το ζήτημα του «αριστερού» αντι-αποικιακού αγώνα μας πάει πίσω στο 2012-2013, τότε το ζήτημα του σοσιαλισμού, ως «απόλυτης ιδέας», μας πάει πίσω, τουλάχιστον, στην εποχή των κλασσικών (19ο αιώνα), όταν διέσωσαν την επιστημονική διαλεκτική μέθοδο, που επινόησε ο Hegel, από την «συντηρητική» ιδέα της κατ’ ανάγκη ύπαρξης ενός συστήματος, στην οποία κατέφευγαν (και καταφεύγουν) οι φιλόσοφοι (ακόμη και ο ίδιος ο Hegel). Έλεγε, λοιπόν, ο Ένγκελς:
«Μόλις θα έχουμε κάποτε κατανοήσει – και σ’ αυτή την κατανόηση στο κάτω-κάτω κανένας άλλος δεν μας βοήθησε τόσο όσο ο ίδιος ο Χέγκελ- ότι αν βάζουμε σαν καθήκον της φιλοσοφίας να λύνει όλες τις αντιφάσεις, αυτό δεν θα σήμαινε τίποτε άλλο από την απαίτηση ένας φιλόσοφος να κάνει τόσα όσα μπορεί να κάνει μονάχα ολόκληρη η ανθρωπότητα στην προοδευτική της εξέλιξη- μόλις θα το έχουμε κατανοήσει αυτό, τελειώνει όλη η φιλοσοφία με την ως τώρα σημασία της λέξης. Αφήνουμε στην ησυχία της την «απόλυτη αλήθεια» που είναι απρόσιτη απ’ αυτόν τον δρόμο και για τον καθένα ξεχωριστά και αντί γι’ αυτή κυνηγάμε τις προσιτές σχετικές αλήθειες από το δρόμο των θετικών επιστημών και της συνόψισης των συμπερασμάτων τους με τη βοήθεια της διαλεκτικής σκέψης.»  [8]
Συνεπώς, αν θέλουμε να μείνουμε συνεπείς με την επαναστατική και επιστημονική μέθοδο του διαλεκτικού υλισμού, οφείλουμε να προσεγγίσουμε τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό, όχι ως φιλοσοφικό σύστημα, ούτε ως ένα αφηρημένο ιδανικό, αλλά όπως το έκαναν οι Μαρξ και Ένγκελς :
«Ο κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες που σ’ αυτό θα πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων. Οι όροι αυτής της κίνησης προκύπτουν από τις προϋποθέσεις που τώρα υπάρχουν.» [9]
Ή όπως η Λούξεμπουργκ σχολιάζοντας την Ρωσική Επανάσταση:
«Η πρακτική πραγματοποίηση του σοσιαλισμού ως οικονομικού, κοινωνικού και νομικού συστήματος, μακριά από το να αποτελεί ένα σύνολο από έτοιμες συνταγές, πού δεν θα είχε κανένας παρά να τις εφαρμόσει, είναι μια υπόθεση πού βρίσκεται ολότελα στην ομίχλη του μέλλοντος. Εκείνο πού εμείς κα­τέχομε στο πρόγραμμά μας, είναι μόνον μερικοί γενικοί δείχτες, που σημειώνουν την κατεύθυνση προς την οποίαν πρέπει να αναζητηθούν τα μέτρα, πού εξ άλλου έχουν χαρακτήρα προπαντός αρνητικό. Ξέρομε πάνω-κάτω τί πρέπει να καταργήσομε για να ανοίξομε το δρόμο προς τη σοσιαλιστική οικονομία. Τί λογής όμως θα είναι τα χίλια - δυο συγκεκριμένα μεγάλα ή μικρά πρακτικά μέτρα, πού χρειάζονται για να μπουν σοσια­λιστικά θεμέλια στην οικονομία, στο δίκαιο, σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις, αυτό δεν το λέει κανένα κομματικό πρόγραμμα και κανένα σοσιαλιστικό εγχειρίδιο. Αυτό δεν αποτελεί έλλειψη, αλλά αντίθετα πλεονέκτημα του επιστημονικού σοσιαλισμού εν σχέσει με τον ουτοπικό. Το σοσιαλιστικό κοινωνικό σύστημα δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι παρά μόνον ιστορικό προϊόν, γεννημένο από τη σχολή της πείρας κατά την ώρα των πραγματο­ποιήσεων, από την πορεία της ζωντανής Ιστορίας, πού όμοια με την οργανική φύση - όπου κι αυτή στο κάτω - κάτω ανήκει —έχει πάντα την καλή συνήθεια να δημι­ουργεί μαζί με μια πραγματική ανάγκη και τα μέσα για την ικανοποίησή της, μαζί με το πρόβλημα και τη λύση του». [10]
Τι μας λένε οι κλασσικοί και πιο ειδικά η Λούξεμπουργκ: «Το σοσιαλιστικό κοινωνικό σύστημα δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι παρά μόνον ιστορικό προϊόν, γεννημένο από τη σχολή της πείρας κατά την ώρα των πραγματο­ποιήσεων, από την πορεία της ζωντανής Ιστορίας…». Συνεπώς αν πρέπει να επιμείνουμε στον σοσιαλισμό-κομμουνισμό ως το όνομα της κοινωνίας πέρα από το κεφάλαιο, τότε θα πρέπει να δεχτούμε ότι το περιεχόμενο του όρου θα δοθεί μόνο μέσα από τον διαρκή και καθημερινό αγώνα για τα άμεσα αλλά και για τα στρατηγικά αιτήματα και μέσα από τις ζυμώσεις μεταξύ των ετερόκλητων πολιτικών κομμάτων που θα συναποτελούν τα μέτωπα πάλης απέναντι στις αντιφάσεις του καπιταλισμού. Όχι νωρίτερα, γιατί θα αποτελεί απλά μια εγκεφαλική κατασκευή, και φυσικά όχι ως a priori βάση του μετώπου, μιας και κάτι αφηρημένο δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο συνεργασίας. 
Το μέτωπο ως το πεδίο ανάδειξης του σύγχρονου ηγεμόνα
Μιλάω, δε, για μέτωπα πάλης και αντιφάσεις έχοντας στο μυαλό μου την πιο πρόσφατη μελέτη του David Harvey, στην οποία συγκεντρώνει τις περισσότερες, αν όχι όλες, από τις αντιφάσεις κυρίως του κεφαλαίου, αλλά και του καπιταλισμού (17 στο σύνολο). [11] 
Από την ίδια την αντίφαση του χρήματος ως μέτρου της αξίας και ταυτόχρονα ως μέσου ανταλλαγής μέχρι την ζωντανή αντίφαση του κεφαλαίου (χρήματος που τίκτει χρήμα) ως αενάως αυτοεπεκτεινόμενης αξίας απέναντι στους πεπερασμένους πόρους του πλανήτη. Αν θέλουμε, λοιπόν, να προσεγγίσουμε θεωρητικά το ζήτημα, τότε, και με δεδομένο ότι ο καπιταλισμός είναι παγκόσμια αρθρωμένος και η λογική του (η εμπορευματοποίηση των πάντων και ο απόλυτος ανταγωνισμός δηλαδή) εισχωρεί σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης, συνεπάγεται ότι οι αντιφάσεις του αναγκαστικά αφορούν σ’ ένα πλήθος κοινωνικών ομάδων, από οικολόγους, θετικούς επιστήμονες και φεμινίστριες μέχρι φιλελεύθερους κευνσιανιστές και κομμουνιστές και από νοικοκυρές, εργάτες, μικροεπιχειρηματίες και εντελώς άπορους μέχρι καλλιτέχνες και αρχιτέκτονες.
Είναι φυσικό κάποιοι από όλους αυτούς να μην μπορούν από την κοινωνική του θέση, και να μην θέλουν από την παιδεία τους και από τη συνήθεια τους, να είναι αριστεροί, ούτε σοσιαλιστές (ό,τι και αν σημαίνει η αριστερά και ο σοσιαλισμός σε κάθε χώρα). Είναι εξάλλου αναφαίρετο δικαίωμά τους να αυτό-προσδιορίζονται. Η μετωπική, λοιπόν, συμπόρευση στη βάση των απτών και άμεσων προβλημάτων είναι μονόδρομος αν θέλουμε να εκφραστούν όλοι αυτοί οι άνθρωποι και να αγωνιστούν απέναντι στο κεφάλαιο. Μόνο στις γραμμές τέτοιων μετώπων το πολιτικό κόμμα που εντοπίζει στο κεφάλαιο την πηγή όλων των προβλημάτων, μπορεί να ξεχωρίσει και να αναδειχτεί στον σύγχρονο ηγεμόνα του έθνους, σύμφωνα με την ορολογία του Γκράμσι,[12] για να μετασχηματίσει την κοινωνία σε μια κατεύθυνση πιο δίκαιη, πιο ανθρώπινη, με γνώμονα την απελευθέρωση του ατόμου από την καταναγκαστική εργασία ώστε να αναπτυχθεί ελεύθερα όπως το ίδιο επιθυμεί.
Το μέτωπο ως ανάχωμα στην απόλυτη επικράτηση του φασισμού
Η ΛΑ.ΕΝ., λοιπόν, στην υφιστάμενη μορφή της απέχει πολύ από τις απαιτήσεις της συγκυρίας δυναμιτίζοντας εξαρχής κάθε προσπάθεια για τη δημιουργία του πολιτικο-κοινωνικού εκείνου μετώπου που άμεσα και σε πρώτη φάση θα συσπειρώσει όλα τα πολιτικά κόμματα και οργανώσεις, που έχουν στο πρόγραμμα τους την έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ, και ως ορίζοντά του θα έχει την εκπροσώπηση των (ολοένα αυξανόμενων από τις συνθήκες) τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας που θα πλήττονται από τις μνημονιακές πολιτικές και θα στρέφονται στην εύρεση του εναλλακτικού δρόμου. Αν οι οργανώσεις της αριστεράς και δη η ΛΑ.ΕΝ. εμείνουν πεισματικά στην αριστερή οριοθέτηση του μετώπου, τότε πολύ φοβάμαι ότι θα κάνουν την, ιστορικών διαστάσεων, γκάφα να χωρίσουν τις λαϊκές μάζες ιδεολογικά, όταν τα προβλήματα και τα συμφέροντά τους είναι, σε γενικές γραμμές, κοινά και έχουν να κάνουν με τον αντίκτυπο που συνοδεύει την ξένη κατοχή στη χώρας μας.
Αν δεν υλοποιηθεί η μετωπική συμπόρευση όλων εκείνων των δυνάμεων που αντιστρατεύονται εμπράκτως και συγκεκριμένα (σε επίπεδο προγράμματος και προταγμάτων) την ευρωζώνη και την ΕΕ, τότε η κλιμακούμενη φτωχοποίηση των λαϊκών τάξεων και η οργή που νομοτελειακά θα ακολουθήσει, θα διοχετευτεί σε αντιδραστικές και μαύρες λύσεις, όπως η Χρυσή Αυγή ή σε ένα εξίσου μισάνθρωπο και σκοταδιστικό κόμμα που υπηρετεί το χρηματιστικό κεφάλαιο (ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, ότι ο φασισμός δεν εξαντλείται στην Χρυσή Αυγή).[13]
Καλό είναι, λοιπόν, να ξεμπερδεύουμε με ζητήματα που κινδυνεύουν να χάσουν την ιστορική τους σημασία, και να γίνουν θεολογικά δόγματα, ώστε να σχηματιστεί επιτέλους αυτό το πολυπόθητο και άμεσα αναγκαίο μέτωπο, στη βάση τριών, ελάχιστων, συγκεκριμένων και από-ιδεολογικοποιημένων προταγμάτων:
  1. Μη-αναγνώριση και διαγραφή του δημοσίου χρέους και σεισάχθεια (διαγραφή) των μικρομεσαίων ιδιωτικών χρεών.
  2. Έξοδος από την ευρωζώνη και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, προκειμένου να σταματήσει η μνημονιακή καταιγίδα και για να ανακτήσουμε την εθνική μας κυριαρχία, ως προϋπόθεση οποιασδήποτε πολιτικής υπέρ του λαού. 
  3. Δημοκρατία μέσα από νέο σύνταγμα, με νέους εκλογικούς νόμους βασισμένους στην απλή αναλογική και με την τιμωρία των ενόχων για την ελληνική τραγωδία ώστε να αποκατασταθεί το κοινό περί δικαίου αίσθημα. 
Παραπομπές



[1] Προσωπικά μου κάνει αλγεινή εντύπωση το γεγονός αυτό από την πλευρά του Πέτρου Παπακωνσταντίνου, ο οποίος από τις αναλύσεις και τις θέσεις που παρουσίασε στο προηγούμενο βιβλίο του, φαινόταν ότι είχε εντοπίσει το πρόβλημα των «αυταπατών» και των «προκαταλήψεων» της Αριστεράς (σε παρένθεση τα λόγια του ίδιου του Παπακωνσταντίνου). Οι προτάσεις του τότε (2013), παρά τον, λανθασμένο κατ’ εμέ, «αντιμονοπωλιακό» τους προσανατολισμό σε ζητήματα συγκρότησης μετώπου, πιστεύω ήταν περισσότερο προωθημένες από τις θέσεις που υιοθετεί ο ίδιος συγγραφέας σήμερα περί ενός πολιτικού μετώπου με αναφορά στον σοσιαλισμό. Για περισσότερες λεπτομέρειες βλέπε «Η Μεγάλη Πρόκληση. Η Κρίση, η Αριστερά, η Εξουσία», σελίδες 32-39 και 83-84.   
 

[2] Αλέξιος Ξιφαράς. «Χρειάζεται ο τόπος μια κυβέρνηση της Αριστεράς ;». Δημοσιευμένο στις 04/03/14 στον ιστότοπο «Σεισάχθεια-Ε.ΠΑ.Μ» (καθώς και στο προσωπικό μου ιστολόγιο http://alexiosxifaras.blogspot.gr/2014/03/blog-post_6.html).

[3] «Ένα ιδιαίτερο σπουδαίο καθήκον στην κινητοποίηση των εργαζόμενων μαζών στον αγώνα ενάντια στον φασισμό, είναι η δημιουργία ενός πλατειού αντιφασιστικού Λαϊκού Μετώπου πάνω στη βάση του προλεταριακού Ενιαίου Μετώπου. Η επιτυχία ολόκληρου του αγώνα του προλεταριάτου είναι στενά δεμένη με τη δημιουργία αγωνιστικών συμμαχιών του προλεταριάτου με την εργαζόμενη αγροτιά και την κύρια μάζα των μικροαστικών στρωμάτων της πόλης, που ακόμη και στις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες, αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού.» Γκεόργκι Ντιμιτρόφ. «Ο Φασισμός». Εκδόσεις «Πορεία», 1975. Σελίδα 53.
[4] Tom Behan. “Arditi del Popolo. Η Ιστορία της πρώτης αντιφασιστικής οργάνωσης και η αποτρέψιμη άνοδος του Μπενίτο Μουσολίνι”. Εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2012. Σελίδες 88, 96, 99
[5] Για να προλάβω όσους αντιτείνουν ότι στις εθνικές τάξεις ανήκουν και οι αστοί, οπότε τα αριστερά-σοσιαλιστικά μέτωπα σωστά πράττουν και δεν επιθυμούν να εκφράσουν τα συμφέροντα όλων των εθνικών κοινωνικών τάξεων αρκεί να παραθέσω τις διεισδυτικές παρατηρήσεις των Μαρξ-Ένγκελς (i, ii) και ένα δικό μου σχόλιο (iii) : 
i) «Αφού, όμως, το προλεταριάτο πρέπει κατ' αρχήν να κατακτήσει την πολιτική εξουσία, να ανυψωθεί σε εθνική τάξη (να ανυψωθεί σε ηγέτιδα τάξη του έθνους), να συγκροτηθεί το ίδιο σαν έθνος, είναι και το ίδιο ακόμα εθνικό, αν και σε καμιά περίπτωση με την έννοια που δίνει η αστική τάξη.» (Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος - Προλετάριοι και κομμουνιστές).
ii) «Καμιά τάξη της κοινωνίας-των-ίδιωτών δεν μπορεί να παίξει το ρόλο αυτό [να ηγηθεί μιας επανάστασης] χωρίς να προκαλέσει, σ’ αυτή την ίδια και στη μάζα, μια στιγμή ενθουσιασμού, μια στιγμή όπου συναδελφώνεται τότε με την κοινωνία γενικά και συναντιέται μ’ αυτή· συγχωνεύεται τότε με την κοινωνία, η κοινωνία νοιώθει και βλέπει σ’ αυτή τον καθολικό της εκπρόσωπο, τα δικαιώματα και οι διεκδικήσεις της είναι δικαιώματα και διεκδικήσεις της ίδιας της κοινωνίας· η τάξη αυτή είναι το κεφάλι και η καρδιά της κοινωνίας. Μόνο στο όνομα των γενικών δικαιωμάτων της κοινωνίας μια επί μέρους τάξη μπορεί να διεκδικήσει τη γενική κυριαρχία.» (Κριτική της Εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου-Εισαγωγή)
iii) Πολλώ δε μάλλον όταν εθνική αστική τάξη δεν υπήρξε ποτέ στην Ελλάδα. Κάτι που ο Π. Παπακωνσταντίνου το αναγνωρίζει και μάλιστα το περιγράφει με ευγλωττία: «Στην Ελλάδα δεν υπήρξε “εθνική αστική τάξη” … Η σύγχρονη ελληνική ολιγαρχία αναδείχθηκε από τους μαυραγορίτες της Κατοχής, συνεργάτες των Ναζί, οι οποίοι πλούτισαν στην συνέχεια από τα «λίμπερτις» των Αμερικάνων, από το Σχέδιο Μάρσαλ και από κάθε είδους βρομοδουλειά για χάρη των ξένων προστατών τους. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να υπάρξει “εθνική” αστική τάξη σήμερα, στην εποχή της αποβιομηχάνισης, που κυριαρχούν τα πιο αντιδραστικά, τα πιο διαπλεκόμενα με τον ξένο παράγοντα τμήματα του κεφαλαίου, όπως τράπεζες, εφοπλιστικό κεφάλαιο, κατασκευές, τα οποία πρωταγωνιστούν στη λίστα Λαγκάρντ και ελέγχουν ασφυκτικά το κύκλωμα της ενημέρωσης… Αυτή η αστική τάξη έχει απόλυτο δίκιο να τρέμει το λαϊκό παράγοντα πολύ περισσότερο από όσο φοβάται την υποβάθμισή της σε ρόλο υπεργολάβου του ξένου κεφαλαίου.» (Η Μεγάλη Πρόκληση. Η Κρίση, η Αριστερά, η Εξουσία- σελίδες 33-34). Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την δοσιλογική δράση των μεγαλοβιομηχάνων και των τραπεζιτών στην κατοχή, αλλά και σ’ ότι αφορά στην (ιστορική ή/και συγγενική) συνέχεια των τότε συνεργατών των κατακτητών με τη σημερινή ολιγαρχία βλέπε το έργο του Δημοσθένη Κούκουνα «Η Ελληνική Οικονομία κατά την Κατοχή», σελίδες 39-109. Για τη διαχρονική στάση της «κομπραδόρικης και παρασιτικής» αστικής τάξης στην Ελλάδα βλέπε το έργο του Νίκου Μπελογιάννη «Το Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα». 
[6] Maurizio Lazzarato. «Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου. Δοκίμιο για τη φιλελεύθερη κατάσταση.» Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2014. Σελίδες 56-57.
[7] Ενδεικτικά βλ. David Harvey. Άρθρο με τίτλο «The Vote to End Capitalism». Δημοσιευμένο στις 11/07/11. Επιπλέον G. Ingham. «Capitalism». Εκδόσεις «Polity», 2008. Σελίδα 66. Όπως επίσης και Maurizio Lazzarato. «Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου. Δοκίμιο για τη φιλελεύθερη κατάσταση.» Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2014. Σελίδα 46.
[8] Φρίντριχ Ένγκελς. «Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το Τέλος της Κλασσικής Γερμανικής Φιλοσοφίας». Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 2007. Σελίδες 15-16.
[9] Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ένγκελς. «Η Γερμανική Ιδεολογία». Εκδόσεις «Gutenberg», 1997. Πρώτος τόμος. Σελίδες 81-82.
[10] Ρόζα Λούξεμπουργκ. «Ρωσική Επανάσταση».  Εκδόσεις «ύψιλον», 1980. Σελίδες 70-71.
[11] David Harvey. «The Seventeen Contradictions and the end of Capitalism». Εκδόσεις «Profile Books», 2014.
[12] Αντόνιο Γκράμσι. «Για τον Μακιαβέλι, για την πολιτική και για το σύγχρονο κράτος». Εκδόσεις «Ηριδανός», 2005. Σελίδα 39.
[13] «Ο φασισμός είναι η ανοιχτή τρομοκρατική διχτατορία των πιο αντιδραστικών, των πιο σωβινιστικών, των πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου. Ο φασισμός… δεν είναι τα “εξεγερμένα μικροαστικά στρώματα, που κατέλαβαν την αστική κρατική μηχανή…” Ο φασισμός είναι η εξουσία του ίδιου του χρηματιστικού κεφαλαίου.» Γκεόργκι Ντιμιτρόφ. «Ο Φασισμός». Εκδόσεις «Πορεία», 1975. Σελίδες 21-22.

*Ο Αλέξης Ξιφαράς είναι μέλος του ΕΠΑΜ

Τι θα γίνει επιτέλους με τις τράπεζες;

Ο Τσακαλώτος αναμένει, όπως δήλωσε στην Financial Times χθες, η αξιολόγηση των πιστωτών να γίνει προς τα τέλη Νοεμβρίου. Εάν το αποτέλεσμα είναι θετικό, η κυβέρνηση θα επιδιώξει να ανοίξει τη διαπραγμάτευση για την ελάφρυνση του χρέους πριν από τα Χριστούγεννα. “Είναι απόλυτα σημαντικό να πάρουμε κάτι όσον αφορά την ελάφρυνση του χρέους”, είπε, προσθέτοντας: “Εάν έχουμε θετική αξιολόγηση, ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και ελάφρυνση του χρέους, δεν βλέπω τον λόγο να μην επιστρέψει (η ελληνική οικονομία) στην ανάπτυξη έως το δεύτερο τρίμηνο του 2016”.
Όχι μην γελάτε. Τα λέει σοβαρά. Και με την ΕΛΣΤΑΤ υπό καθεστώς κράτους εν κράτει, όλα είναι δυνατά. Ακόμη και το να εμφανιστεί με θετικό πρόσημο το δεύτερο τρίμηνο του 2016. Ποιός νοιάζεται;

Αυτό που δεν μας απαντά ο κ. Τσακαλώτος είναι γιατί δεν συνέβη το ίδιο τα προηγούμενα χρόνια; Μήπως δεν είχαμε τις αναγκαίες θετικές αξιολογήσεις από τους δανειστές; Μάτσο. Μήπως δεν έγινε "κούρεμα" χρέους και μάλιστα κοντά στο 56% της ονομαστικής του αξίας; Και βέβαια έγινε, αλλά χάρις στις πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης το δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε σχεδόν στο 180% του ΑΕΠ σήμερα.
Μήπως δεν έγινε ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών; Και βέβαια έγινε. Σχεδόν 40 δις ευρώ διοχετεύθηκαν σ' αυτές με τον έλληνα φορολογούμενο να τα φορτώνεται ως δημόσιο χρέος. Αν θυμάστε μάλιστα μας είπαν το φθινόπωρο του 2014 ότι υπεβλήθησαν σε τεστ αντοχής και όλες βρέθηκαν εντάξει. Και τι απέγινε; Μέσα σ' ένα χρόνο χρειάζονται άλλα 25 δις ευρώ ανακεφαλαιοποίηση, που θα χρεωθούν πάλι στον έλληνα φορολογούμενο. Και μην ανησυχείτε δεν θα τελειώσει εκεί.
Εν τω μεταξύ οι τράπεζες τελούν υπό capital control με σκοπό να εγκλωβιστεί στα ταμεία τους όσο περισσότερο ζεστό χρήμα προερχόμενο από την πραγματική οικονομία. Κι αν ασφυκτιά η ιδιωτική οικονομία, τι πειράζει; Ποιός νοιάζεται;
Ας μην ξεχνάμε ότι ο Τσίπρας έκλεισε τις τράπεζες γιατί υποτίθεται ο Ντράγκι έκλεισε την κάνουλα έκτακτων χορηγήσεων ELA. Σήμερα μετά από τρεις σχεδόν μήνες κι ενώ οι δανειακές ανάγκες των τραπεζών από την ΕΚΤ έχουν πέσει, γιατί η κυβέρνηση κρατά τα capital controls; Και φυσικά κανένας δεν δίνει αναφορά τι απέγιναν τα δις της προηγούμενης ανακεφαλαιοποίησης. Ούτε κανένας δίνει αναφορά τι απέγιναν τα πάνω από 100 δις ευρώ που συνεχίζουν - με εγγύηση του έλληνα φορολογούμενου - να χρωστάνε οι "συστημικές" τράπεζες στην ΕΚΤ.
Ο Έλληνας φορολογούμενος, ο Έλληνας επαγγελματίας, ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας και ο αγρότης, καλείται να πληρώσει χωρίς να ξέρει που πάνε, τι γίνονται τα δεκάδες δις που χρεώνεται. Την ίδια ώρα που ετοιμάζεται αληθινή επιδρομή εναντίον του με πλειστηριασμούς εξπρές και μέσω διαδικτίου για δάνεια, που αδυνατεί εξ αντικειμένου να εξυπηρετήσει.
Κι ενώ η Ελλάδα έχει επίσημα μεταβληθεί σε Ελ Ντοράντο για τραπεζίτες, μαύρο τραπεζικό χρήμα, κερδοσκόπους και δανειστές, οι αρχές ανταγωνισμού της Ελβετίας ανακοίνωσαν μια έρευνα σχετικά με ορισμένες από τις μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της HSBC Holdings Plc, με την υποψία ότι συνωμότησαν για να χειραγωγήσουν τις τιμές του χρυσού, ασημιούν και άλλων πολύτιμων μετάλλων.
Οι UBS Group AG, Deutsche Bank AG, η Barclays Plc, η Morgan Stanley, Julius Baer Group Ltd αποτελούν αντικείμενο της έρευνας που διεξάγει η Επιτροπή Ανταγωνισμού, γνωστή ως Weko, όπως δήλωσε σήμερα Δευτέρα. Στην Ελλάδα φυσικά δεν πρόκειται να γίνει τίποτε. Αντίθετα οι  εγχώριες τράπεζες χρησιμοποιούνται ως τοποθετήσεις ασφαλείας των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών για να ξεπλένεται το μαύρο τραπεζικό χρήμα από τις χειραγωγήσεις.
Γι' αυτό άλλωστε και κανείς δεν αναρωτιέται πώς γίνεται κι ένα τραπεζικό σύστημα μιας τόσο μικρής οικονομίας σαν της Ελλάδας, έχει τόσο μεγάλες ανάγκες χρηματοδοτικής στήριξης από την ΕΚΤ και το κράτος. Κι αυτό εν μέσω της χειρότερης συρρίκνωσης της ελληνικής οικονομίας.
Τον Δεκέμβριο του 2013, οκτώ χρηματοοικονομικοί οίκοι - οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες - συμφώνησαν σε διακανονισμό με την ΕΕ να καταβάλουν συνολικό ποσό των € 1,7 δις για σύμπραξη επί παραγώγων που συνδέονται με τα διατραπεζικά επιτόκια του Λονδίνου (Libor) και του ευρώ (Euribor). Η HSBC παραμένει υπό έρευνα για την χειραγώγηση του Euribor μετά την άρνησή του να ενταχθεί στην συμφωνία.
Αν καταλάβατε καλά οι μεγάλες τράπεζες ομολόγησαν ότι χειραγωγούσαν το Euribor, με βάση το οποίο συνάφθηκαν όλα σχεδόν τα ιδιωτικά δάνεια στην Ελλάδα και αλλού στην ευρωζώνη, πλήρωσαν ένα πρόστιμο και έκλεισε η έρευνα. Και οι δανειολήπτες με τα χειραγωγούμενα επιτόκια; Je m' en fous!
Μήπως το σκάνδαλο αυτό πυροδότησε κάποιου είδους έρευνα στις εγχώριες "συστημικές" τράπεζες; Ούτε κατά διάνοια. Έστω κι αν αποδείχθηκε ότι χορηγούσαν δάνεια με χειραγωγούμενο διατραπεζικό επιτόκιο. Η Ελλάδα, αν θυμάστε, βρίσκεται από το 2013 στην τροχιά του success story. Πρώτα με τους Σαμαροβενιζέλους και τώρα με τηνΤσιπροκαμμένους.
Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε τέτοια ασυδοσία των τραπεζών. Όπως και πουθενά αλλού δεν υπήρξε ξανά ένα τόσο εξαγορασμένο, τόσο πουλημένο πολιτικό προσωπικό. Η οικονομική και πολιτική τάξη της Ελλάδας διαθέτει αυτά τα εύσημα εξ ιδρύσεως νεοελληνικού κράτους.

Ευθύνη όλων μας η επιβίωση της χώρας




Ανακοίνωση

Οι βεβιασμένες εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου πέτυχαν αναμφισβήτητα τον σκοπό τους.    Να διαγράψουν το περήφανο ΟΧΙ του ελληνικού λαού στο δημοψήφισμα, να υφαρπάξουν την ψήφο του  και να δώσουν το δικαίωμα στο νεοκατοχικό καθεστώς να επιβάλλει τους όρους του.
Από εδώ και εμπρός και  κατ’ εντολή των δανειστών, οι μαριονέτες του κοινοβουλίου, παλιές  και νέες,  θα ψηφίζουν με ευρεία πλειοψηφία και ουσιαστικά χωρίς αντιπολίτευση, την εκποίηση της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας της χώρας και των πολιτών, ενώ παράλληλα θα προχωρούν απρόσκοπτα στην τελική διάλυση και αποδόμηση των κοινωνικών και αναπαλλοτρίωτων αγαθών της υγείας, παιδείας, κοινωνικής πρόνοιας.  Η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και εργασιακών δικαιωμάτων τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, θα προσλάβει καταιγιστικό χαρακτήρα,   ενώ τα λουκέτα στις μικρές επιχειρήσεις, η οικονομική ασφυξία στους ελεύθερους επαγγελματίες  και η υπερφορολόγηση στον αγροτικό κόσμο,  δεν θα έχουν προηγούμενο.
Όλα αυτά, εδραιωμένα κάτω από την υπαγωγή της χώρας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM).  Με  τις  έννοιες της εθνικής κυριαρχίας, της συνταγματικής τάξης , της νομιμότητας και των θεμελιωδών – κατοχυρωμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων να καταλύονται μέσα στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό  ελεγχόμενης χρεοκοπίας και ρευστοποίησης της  χώρας.  Στον βωμό της εξυπηρέτησης του χρέους και της διάσωσης του ευρώ.
Το χειρότερο ακόμα, ότι καμμιά αντιμνημονιακή φωνή πλέον εντός κοινοβουλίου, δεν  είναι διατεθειμένη να υπερασπίσει τα βασικά συνταγματικά δικαιώματα, ούτε να θέσει άμεσα και συγκροτημένα το ζήτημα εξόδου από την ευρωζώνη και την υιοθέτηση εθνικού νομίσματος, πράξη κυριαρχίας για την ανάκτηση  της εθνικής  ανεξαρτησίας της χώρας.
Η χώρα βρίσκεται πλέον υπό την κατοχή των «θεσμών»,  ο λαός της προδομένος από το καθεστώς  υποτέλειας του παλιού και νέου πολιτικού κατεστημένου, εκτεθειμένος στις αδίστακτες ορέξεις των ντόπιων και ξένων συμφερόντων.
Απέναντι σε αυτά τα δεδομένα, το ΕΠΑΜ συναισθανόμενο την ανάγκη επίτευξης της ενότητας του λαού ως την μόνη ικανή συνθήκη να  αντιμετωπίσει την επερχόμενη καταστροφή,  για ακόμη μια φορά αναλαμβάνοντας πρωτοβουλία καλεί:
Τις εξωκοινοβουλευτικές πολιτικές δυνάμεις Λαϊκή Ενότητα, Σχέδιο Β, και κάθε άλλη πατριωτική - δημοκρατική δύναμη,   κάθε συλλογικότητα  που προσδιορίζεται και  έμεινε με συνέπεια αντιμνημονιακή, σε αμοιβαία και ισότιμη συνεργασία όπου ο καθένας κρατά τα πολιτικά του προτάγματα, την αυτοτέλεια και την ιδεολογική του υπόσταση.  Καλεί για κοινή δράση προτάσσοντας πρώτα και κύρια το κοινωνικό συμφέρον και την ακεραιότητα της χώρας,  τονίζοντας εκ νέου «ότι δεν θα σταθεί απέναντι σε δευτερεύουσες διαφορές και ανώφελες καχυποψίες».
 Επίσης καλεί κάθε πολίτη, κάθε άνθρωπο του πολιτισμού και της τέχνης, κάθε εργαζόμενο, άνεργο, ελεύθερο επαγγελματία, αγρότη, νέο, συνταξιούχο, αλλά και όσους έμειναν έξω από την εκλογική διαδικασία αηδιασμένοι από το πολιτικό περιβάλλον και  αντιλαμβάνονται  ή συναισθάνονται  το μέλλον που επιφυλάσσει για τον λαό και τη χώρα το καθεστώς, στην  δημιουργία μιας πλατιάς Δημοκρατικής Συμμαχίας, καταλυτικό παράγοντα  ενότητας  και συνευθύνης  όλων μας,  στην πορεία ανατροπής και απεξάρτησης της χώρας από κάθε τυραννία.
Το ΕΠΑΜ δεν ζήτησε ποτέ πιστοποιητικά πολιτικών φρονημάτων, ποτέ δεν υποτάχθηκε σε τεχνητούς και μη διαχωρισμούς,  αφού γνωρίζει ότι σήμερα εξανδραποδίζεται ολόκληρος ο λαός, εκτός από την παρασιτική τάξη της κρατικοδίαιτης οικονομικής ολιγαρχίας, των πολιτικών υποχείριών τους  και των συνεργατών τους,  που ξέρουν μόνο να δίνουν  τον λόγο τους στους δανειστές.
Στον μονόδρομο της επιβίωσης της χώρας με όρους λαϊκής κυριαρχίας και τους πολίτες νοικοκύρηδες στον τόπο τους το ΕΠΑΜ παλεύει για:
·         Κατάργηση όλων των μνημονίων και καταγγελία των δανειακών συμβάσεων και των δεσμεύσεων της χώρας προ όφελος της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.
·         Μη αναγνώριση και διαγραφή του παράνομου και αθέμιτου  χρέους με παράλληλη συντεταγμένη και ομαλή μετάβαση σε νέο εθνικό νόμισμα, ανάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας.
·         Αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας, της συνταγματικής τάξης   και  της εφαρμογής  κανόνων  Δικαιοσύνης στα  δημόσια  πράγματα  της  χώρας.
·         Νέο Σύνταγμα με την ευρεία συμμετοχή του ίδιου του λαού, για την θεμελίωση της λαϊκής κυριαρχίας και την κατοχύρωση της δημοκρατίας στην χώρα μας.
Σήμερα περισσότερο παρά ποτέ, κρίνεται η τύχη της χώρας και η επιβίωση της πλειοψηφίας του λαού. Γι’ αυτό οι ευθύνες όλων μας, χαρακτηρίζονται και βαραίνουν  κάτω από αυτή την απόλυτη βεβαιότητα. Τα ψέμματα τελείωσαν για όλους.
Το ΕΠΑΜ δεσμεύεται να εξαντλήσει τις δυνατότητές του, στην αδήριτη αυτή αναγκαιότητα, της συγκρότησης ευρείας συμμαχικής συμπόρευσης  και ν’ ανοίξει δημόσια τον διάλογο προς την κατεύθυνση αυτή.
Η Πολιτική Γραμματεία του ΕΠΑΜ
30 Σεπτεμβρίου 2015